«Αντί να δώσουν εξηγήσεις από την Κυβέρνηση, επιτίθενται κατά του Νίκου Ανδρουλάκη και του ΠΑΣΟΚ»

Στην εκπομπή “Newsroom” με τον Σταύρο Ιωαννίδη και τον Χρυσόστομο Τσούφη, στον ΣΚΑΪ, αναλύσαμε την Παρασκευή 12/8 τις πολιτικές εξελίξεις γύρω από την υπόθεση της παρακολούθησης των επικοινωνιών του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη.

Στην τοποθέτηση μου μεταξύ άλλων ανέφερα:

«Είναι ανεπίτρεπτο για την Κυβέρνηση αντί να δίνουν πειστικές απαντήσεις και εξηγήσεις σε καίρια ερωτήματα που ανακύπτουν, να εγκαλούν το κ. Ανδρουλάκη. Είναι μια προσπάθεια ο θύτης να ρίξει την ευθύνη στο θύμα, δηλαδή στον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Είναι μια τακτική που φανερώνει τον πανικό της Κυβέρνησης και που βλέπουμε σε χώρες όπως στο καθεστώς του κ. Ορμπάν. Σκοπός είναι να δημιουργηθούν πολιτικά αντισώματα και να υποστηριχθεί μια κατάσταση για την οποία όμως η Κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός είναι απόλυτα έκθετοι και φέρουν την απόλυτη ευθύνη.

Όσο και αν προσπαθεί να υποβαθμίσει το θέμα, το θέμα δεν υποβαθμίζεται γιατί άπτεται τον θεμελίων της Δημοκρατίας. Μπορεί σήμερα να μιλάμε για την παρακολούθηση του Νίκου Ανδρουλάκη, αλλά αύριο μπορεί να είναι οποιοσδήποτε πολίτης σε αυτή τη θέση. Αυτή είναι η ουσία και δεν θα σταματήσουμε μέχρι να λάμψει η αλήθεια.

Η Κυβέρνηση κατηγορεί γιατί δεν πηγαίνει ο κ. Ανδρουλάκης να ενημερωθεί. Από ποιους να ενημερωθεί; Από εκείνους που παράνομα και αντισυνταγματικά τον παρακολουθούσαν; Από εκείνους που προσήλθαν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας και ψευδώς μας διαβεβαίωναν ότι δεν τίθεται θέμα παρακολούθησης του Προέδρου μας;

Το ΠΑΣΟΚ και ο Προέδρος του, Νίκος Ανδρουλάκης, λειτούργησαν θεσμικά από την πρώτη στιγμή καταθέτοντας μηνυτήρια αναφορά στις αρμόδιες αρχές. Ενώ η Κυβέρνηση αντιτείνει ενημέρωση του στο «αυτί», στους «διαδρόμους», από αυτούς που εξαρχής ψευδόντουσαν. Κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει.

Εμείς σεβόμενοι τους θεσμούς προτείνουμε να έρθουν και ενημερώσουν την αρμόδια Επιτροπή.

Για ποιο λόγο η Κυβέρνηση διέψευδε τα περί παρακολούθησης και εν συνεχεία υπήρξε η παραδοχή της και η παραίτηση του αρχηγού της ΕΥΠ και του Γ.Γ. του Μαξίμου και στενού συνεργάτη του Πρωθυπουργού;

Αν ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν ήταν Ευρωβουλευτής και να έχει την δυνατότητα να προσφύγει στα αρμόδια όργανα της ΕΕ, θα συνεχίζαμε να ζούμε την «κανονικότητα» της ΝΔ και την «κανονικότητα» των παρακολουθήσεων πολιτικών προσώπων.

Όμως το μεγάλο ερώτημα είναι ένα. Ποιος και για ποιο λόγο παρακολουθούσε τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Όπως κρίσιμο είναι το ερώτημα ποιος κατέχει και για λογαριασμό ποιου διαχειρίζεται το λογισμικό Predator στην Ελλάδα.

Αυτή τη στιγμή με τις άθλιες διαρροές που κάνει η Κυβέρνηση προσπαθεί να πληγεί όχι απλά ένα πρόσωπο, ο Νίκος Ανδρουλάκης, αλλά ένα κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, η Δημοκρατική Παράταξη. Ποιος θα λογοδοτήσει για όλα αυτά;

Τα ερωτήματα για την Κυβέρνηση είναι αμείλικτα: Ποιοι και γιατί έδωσαν εντολή παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη; Ποιοι στη χώρα προμηθεύτηκαν και ενεργοποίησαν το Predator;

Σήμερα το πρωί ήμουν προσκεκλημένη στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα Mega» με την Μάϊρα Μπάρμπα και το Γιάννη Χρηστάκο στο Mega Channel. Η συζήτηση μας επικεντρώθηκε στις πολιτικές διαστάσεις της υπόθεσης παρακολούθησης του Προέδρου μας, Νίκου Ανδρουλάκη.

Συγκεκριμένα στην τοποθέτηση μου, είπα:

« Το ΠΑΣΟΚ και ο κ. Ανδρουλάκης χειρίστηκαν αυτό το μείζον θέμα θεσμικά, καταθέτοντας μηνυτήρια αναφορά στις αρμόδιες αρχές, χωρίς να γίνει καμία προσπάθεια επικοινωνιακής εκμετάλλευσης, όπως μας κατηγόρησε η Κυβέρνηση. Σκοπός μας είναι η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης και να μην παραπεμφθεί στις καλένδες.  Δεν είναι θέμα προσώπων, είναι θέμα Δημοκρατίας. Αφορά όλους μας καθώς μπορεί σήμερα να είναι ο Νίκος Ανδρουλάκης, αλλά αύριο μπορεί να είναι οποιοσδήποτε πολίτης που θα παρακολουθείται με αυτόν τον τρόπο.

Έχουν ανακύψει σοβαρά θέματα και την ευθύνη της φέρει ακέραια η Κυβέρνηση και ο κ. Μητσοτάκης.

Υπάρχουν μείζονα ερωτήματα τα οποία δεν έχουν απαντηθεί.  Για ποιο λόγο ήρθαν δύο Υπουργοί, ο Πρόεδρος της αρμόδιας αρχής και ο αρχηγός της ΕΥΠ στη Βουλή και ουσιαστικά είπαν ψέματα ότι δεν υπάρχει θέμα παρακολούθησης. Και μετά από πέντε ημέρες, παραδέχθηκε τελικά η κυβέρνηση ότι υπήρξε θέμα παρακολούθησης και κατατέθηκαν οι παραιτήσεις του αρχηγού της ΕΥΠ και του Γ.Γ. του Μαξίμου και πιο στενού συνεργάτη του Πρωθυπουργού.   

Αν δεν ήταν Ευρωβουλευτής ο κ. Ανδρουλάκης και δεν προσέφευγε στα αρμόδια Ευρωπαϊκά όργανα, τώρα θα είμασταν όλοι στο σκοτάδι. Ενώ η Κυβέρνηση εγκαλεί τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι δεν πηγαίνει να ενημερωθεί. Από ποιους να ενημερωθεί; Από ποιους να ενημερωθεί; Από εκείνους που παράνομα και αντισυνταγματικά τον παρακολουθούσαν; Ή από τους Υπουργούς που ψεύδονταν στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής; Αναρωτιέμαι πραγματικά σε τι Κράτος ζούμε.

Εμείς ενημέρωση στο «αυτί» και στους «διαδρόμους» δεν θα δεχθούμε, ζητάμε να έρθουν όλα στο φως και στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Ζητούμε να κινηθούν οι διαδικασίες με θεσμικό τρόπο και να προσκομιστεί όλος ο φάκελος της ΕΥΠ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας και να ερευνηθούν με τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής. Δυστυχώς ακούσαμε τις προηγούμενες ημέρες από Υπουργό ότι ίσως κάποια αρχεία έχουν καταστραφεί, αυτό δεν είναι περίεργο;

Η Κυβέρνηση είναι απόλυτα εκτεθειμένη. Χρειάζεται να δοθούν απαντήσεις και να αναληφθούν πρωτοβουλίες για να μην υπάρξουν στο μέλλον ανάλογα φαινόμενα. Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που παρουσιάστηκε τις προάλλες δεν επιλύει ουσιαστικά κανένα ζήτημα.

Όμως το πιο σοβαρό ερώτημα είναι ποιος και γιατί έδωσε  την εντολή παρακολούθησης του κ. Ανδρουλάκη. Ο Πρωθυπουργός διατείνεται ότι δεν ήξερε, αν ισχύει κάτι τέτοιο είναι εξίσου τραγικό και με το αν το ήξερε. Είτε γνώριζε, είτε δεν γνώριζε ο κ. Μητσοτάκης είναι πολύ επικίνδυνο γιατί δημιουργεί ερωτήματα και μας κάνει να νιώθουμε ανοχύρωτη σαν χώρα.»

Ενώ σοβαρά επίσης ερωτήματα υπάρχουν και για το ποιος διαχειρίζεται και λειτουργεί το Predator. Είναι κάποιος ιδιώτης, είναι το δημόσιο; Παρά τις διαβεβαιώσεις των αρμόδιων Υπουργών, διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας γιατί ειπώθηκαν ψέματα.»

Δεν μπορούμε να πορευόμαστε με τροφοδοτούμενη ένταση και τοξικότητα στον πολιτικό διάλογο, ενώ η χώρα και η κοινωνία αντιμετωπίζει οξύτατα προβλήματα.

Ν.Δ και ΣΥΡΙΖΑ επωμίζονται σημαντικές ευθύνες για το πώς θα πορευτούμε στο επόμενο διάστημα

Χθες ήμουν καλεσμένη του Γιώργου Μελιγγώνη στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Kontra Channel. Με τον κ. Μελιγγώνη συζητήσαμε για το τοξικό κλίμα κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την Παιδεία, για τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ και για τα σενάρια μετεκλογικών συνεργασιών.

Αναφορικά με τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού και του κ. Βερναδάκη, τόνισα:

«Aντί να γίνει μια ουσιαστική  αντιπαράθεση και προσπάθεια δυνατών συνθέσεων για τα καυτά προβλήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης , ακούσαμε φράσεις και δηλώσεις που ρίχνουν το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου και δημιουργούν ένα τοξικό και διχαστικό πολιτικό σκηνικό.

Είχαμε την απαράδεκτη σε σημείο αθλιότητας δήλωση χαρακτηρισμού της Υπουργού Παιδείας σαν παιδοκτόνο! Ο κ. Τσίπρας και Ο ΣΥΡΙΖΑ  για ακόμη μια φορά κρύφτηκαν πίσω από την «ρηχή», χωρίς καμία αξία, καθυστερημένη συγγνώμη του κ. Βερναδάκη. Δεν θα έπρεπε να πάρει σαφή θέση ο αρχηγός την Αξιωματικής Αντιπολίτευσης; Δεν φαίνεται δια τις σιωπής του να ανέχεται αυτές τις συμπεριφορές; Όλοι περιμέναμε μια πιο στεντόρεια καταδίκη αυτών των δηλώσεων τόσο από τον κ. Τσίπρα, όσο και από το σύνολο του ΣΥΡΙΖΑ.

Από την άλλη η συσχέτιση απόψεων του ΣΥΡΙΖΑ με την επίθεση στην Real είναι ατυχής, απαράδεκτη και πολώνει το κλίμα. Είναι αδιανόητο να συσχετίζονται ευθέως  απόψεις κοινοβουλευτικού κόμματος με τρομοκρατικές επιθέσεις ή με επιθέσεις μπαχαλάκηδων με μολότοφ κατά γραφείων Μ.Μ.Ε.

Δεν μπορούμε να προχωράμε έτσι, με αυτό το κλίμα και ενώ η χώρα, η κοινωνία αντιμετωπίζει οξύτατα προβλήματα. Ν.Δ και ΣΥΡΙΖΑ επωμίζονται σημαντικές ευθύνες για το πώς θα πορευτούμε στο επόμενο διάστημα , για το πώς θα φτάσουμε στις εκλογές όποτε και αν γίνουν.

Σχετικά με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο του Υπουργείο Παιδείας, είπα:

«Αποτέλεσμα αυτής της τοξικής αντιπαράθεσης είναι να μην γίνεται ουσιαστική συζήτηση για την Παιδεία και το νομοσχέδιο που έφερε προς ψήφιση η κα. Κεραμέως. Ένα νομοσχέδιο για το οποίο το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, έχει προβάλει τις ενστάσεις και τους λόγους για το οποίο θα το καταψηφίσουμε.

Το ΠΑΣΟΚ στηρίζει το δημόσιο Πανεπιστήμιο και νομίζουμε ότι γίνεται μια τεράστια προσπάθεια από τους Καθηγητές και το προσωπικό, η οποία όμως αδικείται από τις παθογένειες χρόνων που όλοι γνωρίζουμε.

Η Υπουργός, χωρίς να έχει κάνει ουσιαστικό διάλογο φέρνει ένα σχέδιο νόμου 464 άρθρων που περιλαμβάνουν μια σειρά από ρυθμίσεις που δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση μεταρρυθμίσεις. Είναι απλά αλλαγές και τροποποιήσεις που αντί να ενισχύουν την εξωστρέφεια και να δίνουν λύση στις παθογένειες των Πανεπιστημίων, οδηγούν σε λογικές υπερεξουσιών των μονοπρόσωπων οργάνων.

Ας θυμηθούμε ότι ένας από τους πρώτους νόμους που ψήφισε αυτή η Κυβέρνηση, ήταν η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου για την πάταξη της εγκληματικότητας στα ιδρύματα. Πριν από έναν χρόνο περίπου θεσμοθετήθηκε από την Κυβέρνηση, η Πανεπιστημιακή Αστυνομία. Μετά από τόσο καιρό δεν έχει γίνει τίποτα, δεν έχει λυθεί κανένα ζήτημα της δημόσια παιδείας.»

Για το ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών, τόνισα:

«Η όποια συζήτηση για το ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών υποβαθμίζεται από την απομόνωση επί μέρους σημείων της. Για να υπάρξει ουσιαστική συζήτηση επί του θέματος θα πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε ποιοι ακριβώς θα είναι οι πολιτικοί συσχετισμοί που θα προκύψουν από την εκλογική διαδικασία.

Εμείς διεκδικούμε να αυξήσουμε όσο τον δυνατόν περισσότερο τα εκλογικά μας ποσοστά και να κάνουμε την πολιτική ανατροπή που έχει ανάγκη η χώρα. Από εκεί και πέρα, για την έναρξη συζητήσεων για συνεργασία θα πρέπει να εξετάσουμε πάνω σε ποια προγραμματική βάση θα μπορούσε να γίνει αυτή.

Γιατί από την μεριά της ΝΔ και του κ. Μητσοτάκη έχει διατυπωθεί η άποψη ότι δεν επιθυμεί καμία συνεργασία, ώστε να επαναπροκηρυχθούν εκλογές. Από την άλλη μεριά έχουμε τον ΣΥΡΙΖΑ που μιλά για προοδευτική συνεργασία. Τι ακριβώς είναι όμως προοδευτική συνεργασία; Ποιο είναι το πολιτικό περιεχόμενο αυτής της πρότασης; Πάνω σε ποιες πολιτικές; Δεν έχουμε μια σαφή απάντηση.

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής μιλά για ουσιαστικές προοδευτικές πολιτικές. Μιλά για Σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των Ελλήνων πολιτών.»

Δείτε το video εδώ:

Με την Κυβέρνηση να μην μπορεί να διαχειριστεί τις κρίσεις και τον ΣΥΡΙΖΑ να αδυνατεί να επιτελέσει τον ρόλο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, η ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ προβάλλει ως κοινωνική, πολιτική αναγκαιότητα.

Σήμερα το πρωί ήμουν καλεσμένη της Μαρίας Αναστασοπούλου στην εκπομπή «Σήμερα» του ΣΚΑΪ. Με την οικοδέσποινα της εκπομπής συζητήσαμε για τη ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων, αλλά και για τη διάψευση του Πρωθυπουργού σχετικά με τα σενάρια πρόωρων εκλογών.

Χαρακτηριστικά για την αύξηση των κρουσμάτων Covid, στην τοποθέτηση μου ανέφερα:

«Είναι προφανές ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχο. Τα μηνύματα εφησυχασμού που εξέπεμπε η Κυβέρνηση με την γρήγορη χαλάρωση των μέτρων, οδήγησε και στη γενικότερη χαλαρότητα των πολιτών.

Σίγουρα και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, έχει αποκλιμακωθεί η αυστηροποίηση των μέτρων, όμως στην χώρα μας παρατηρούμε το παράδοξο φαινόμενο να μην επιβάλλεται η χρήση μάσκας στα πλοία και τα αεροπλάνα, αλλά να επιβάλλεται η χρήση της στο μετρό. Αυτά τα αντιφατικά μηνύματα μπερδεύουν τους πολίτες και οδηγούν σε υπέρμετρη χαλαρότητα και τελικά στην αύξηση των κρουσμάτων που βλέπουμε.»

Αναφορικά με το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών και την διάψευση από τον Πρωθυπουργό, είπα:

«Αναμένεται να φανεί από το αποτέλεσμα το αν τελικά θα αποφασίσει η Πρωθυπουργός να προσφύγει στην λαϊκή ετυμηγορία ή όχι όπως ο ίδιος διατείνεται.

Η χώρα έχει περιέλθει σε τέλμα. Από τη μια έχουμε μια Κυβέρνηση που έχει αποτύχει να διαχειριστεί όλες τις κρίσεις που κλήθηκε να αντιμετωπίσει και που ταλανίζουν την Ελληνική κοινωνία. Από την άλλη έχουμε την Αξιωματική Αντιπολίτευση που αδυνατεί να επιτελέσει τον θεσμικό της ρόλο, καθώς παραμένει προσκολλημένη στην πολιτική νοοτροπία του λαϊκισμού και της δημαγωγίας που ακολούθησε κατά την περίοδο του 2012 -2015.

Το ΠΑΣΟΚ θα είναι έτοιμο για την εκλογική μάχη όποτε και αν προκηρυχθούν εκλογές. Ζητάμε εκλογές ώστε να μπορέσουμε να ενισχυθούμε, ώστε να επιφέρουμε την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού που έχει ανάγκη η χώρα και να προωθήσουμε πραγματικά προοδευτικές και Σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές προς όφελος των πολιτών.»

Την κοινωνία την απασχολεί πρωτίστως η ακρίβεια και η Κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς  στη διαχείριση του προβλήματος.

Σήμερα το πρωί με φιλοξένησε ο Δημήτρης Οικονόμου στην εκπομπή «Σήμερα» του ΣΚΑΪ. Με τον έγκριτο δημοσιογράφο σχολιάσαμε τις πρόσφατες δηλώσεις του Πρωθυπουργού, όπου διέψευσε το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, την πίεση που νιώθουν οι πολίτες στο εισόδημα τους από την ακρίβεια και τα αποτελέσματα των πρόσφατα των δημοσκοπήσεων.

Για τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, περί εξάντλησης της τετραετίας, είπα:

«Το κλίμα εκλογολογίας που υπήρχε τους τελευταίους δύο μήνες, δεν καλλιεργήθηκε ούτε από το ΠΑΣΟΚ, ούτε γενικότερα από την αντιπολίτευση. Ήταν οι ίδιοι οι Υπουργοί και τα στελέχη της ΝΔ που διέδιδαν μέχρι και ημερομηνίες διεξαγωγής.

Όποτε, το ζητούμενο είναι να πείσει πρώτα ο κ. Μητσοτάκης τους Υπουργούς του, που έχουν “αφήσει τα μολύβια κάτω” και περιοδεύουν στις εκλογικές τους περιφέρειες, να ξαναρχίσουν την δουλειά.

Όμως έχει σημαντικές ευθύνες ο Πρωθυπουργός, που άφησε αυτό το περιρρέον κλίμα να αναπτυχθεί για το τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα αυτής του της επιλογής ήταν η παράλυση του κρατικός μηχανισμός, των Υπουργείων και η δημιουργία μια αβεβαιότητας που επηρέασε την οικονομία και του πολίτες.

Το ΠΑΣΟΚ θα είναι απολύτως έτοιμο, όποτε και αν επιλέξει ο κ. Μητσοτάκης να προκηρύξει εκλογές, να δώσει την μάχη για την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών, με θέσεις και προτάσεις που θα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα των πολιτών.»

Σχετικά με την ακρίβεια που μαστίζει την Ελληνική κοινωνία, επισήμανα:

« Όλη αυτή η συζήτηση για τις εκλογές μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα για τα κανάλια, αλλά την κοινωνία την απασχολεί πρωτίστως η ακρίβεια. Ένα ζήτημα στη διαχείριση του όποιου η Κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς.

Αυτή τη στιγμή οι Έλληνες κάνουν παντού περικοπές εξόδων. Κάνουν περικοπές στα καθημερινά τους ψώνια, κάνουν περικοπές στην προετοιμασία των παιδιών τους για τις εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια, κάνουν περικοπές στις ημέρες των διακοπών τους.

Και ενώ οι πολίτες κάνουν όλες αυτές και ακόμα περισσότερες περικοπές, έρχεται η Κυβέρνηση και διατείνεται ότι έλυσε το πρόβλημα με τα 80 ευρώ του Fuel Pass 2.

Το ΠΑΣΟΚ δεν υποτιμά καμία βοήθεια που δίνεται στους πολίτες, ακόμα και αν είναι μόνο 80 ευρώ για τρεις μήνες. Όμως το πρόβλημα δεν λύνεται έτσι. Αν η Κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να επιδείξει κοινωνικό πρόσωπο, θα προχωρούσαν στην μείωση των έμμεσων φόρων και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Μέτρα που θα ανακούφιζαν άμεσα τα οικονομικά των χαμηλών και μικρομεσαίων νοικοκυριών. Αλλά σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για αυτά τα μέτρα.

Αντιθέτως βρέθηκε ο δημοσιονομικός χώρος, ώστε να είναι αφορολόγητες οι γονικές παροχές στα 4.800.000 ευρώ ανά δικαιούχο και την μείωση των φόρων στα μερίσματα των επιχειρήσεων.»

Αναφορικά με τα αποτελέσματα των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, είπα:

«Βεβαίως  μελετάμε τα αποτελέσματα όλων των ερευνών που δημοσιεύονται και τα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψιν μας. Όμως δεν μπορούμε να κάνουμε το άσπρο – μαύρο. Όλοι παρατηρούμε ότι στην κοινωνία υπάρχει πολύ έντονη δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς της Κυβέρνησης σε όλα τα ζητήματα που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει. Από την άλλη είναι σαφές πλέον ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να επιτελέσει τον θεσμικό του ρόλο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.   

Στον αντίποδα αυτών, βλέπω ότι στην κοινωνία το ΠΑΣΟΚ – ύστερα  από την εκλογή του νέου μας αρχηγού, του Νίκου Ανδρουλάκη, και την ολοκλήρωση της οργανωτικής μας αναδιοργάνωσης – έχει  αποκτήσει μια δυναμική. Ας παραγνωρίζουμε ότι είμαστε ο μοναδικός πολιτικός χώρος που έχει διπλασιάσει τα δημοκοπικά του ποσοστά.  Αλλά δεν επαναπαυόμαστε, έχουμε πολύ δουλεία να κάνουμε ακόμα.»

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΒΗΜΑ ΓΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ

Αναγκαία η ένταση των προσπαθειών όλων μας για να πειστούν να εμβολιαστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι

Την Πέμπτη 17 Ιουνίου, ήμουν καλεσμένη στην εκπομπή “Τι λέει ο Νόμος” με την Αλεξία Κουλούρη, στο Κανάλι της Βουλής, όπου συζητήσαμε για την πανδημία.

Ξεκινώντας την τοποθέτησή μου, αναφέρθηκα στη ψήφιση του πράσινου πιστοποιητικού για τον Covid-19, που αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την επιστροφή στην κανονικότητα και στην μετά covid εποχή. Αποτελεί σημαντικό γεγονός ότι είναι ελληνική πρόταση, η οποία  ήταν και πρόταση του Κινήματος Αλλαγής, και εν τέλει θεσμοθέτησαν οι ευρωπαίοι εταίροι, παρά τις αρχικές τους επιφυλάξεις. Είναι μία πραγματικά πολιτική και εθνική θέση και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εγκλωβίζεται μέσα σε μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις.

Επιπλέον, πρόσθεσα, ότι το ψηφιακό πιστοποιητικό θα διευκολύνει τις τουριστικές ροές και στην Ευρώπη, και ειδικά στη χώρα μας, που είμαστε τουριστικός προορισμός, προστατεύοντας μας από τα περσινά γεγονότα αναζωπύρωσης της πανδημίας έπειτα από το καλοκαίρι.

Ως προς το ζήτημα του εμβολιασμού και της πορείας του προγράμματος, τόνισα ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εμβολιαστούν όσο περισσότεροι συμπολίτες μας. Είναι θετικό σημείο ότι έχουμε καταφέρει να αγγίξουμε σε μεγάλο βαθμό τον πυρήνα των ανθρώπων, οι οποίοι είναι είτε αρνητές του εμβολίου, είτε έχουν ερωτήματα και επιφυλάξεις. Σε αυτή την κατεύθυνση, αρνητικό πρόσημο είχε και η όλη  διαχείριση που αφορούσε στο εμβόλιο της AstraZeneca και δημιούργησε μεγαλύτερη σύγχυση και εύλογες αντιδράσεις. Το σημαντικότερο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε τα κόμματα, και κυρίως η κυβέρνηση, είναι το να πείσουμε το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων άνω των 60 ετών, και αντιστοιχεί περίπου στο 35% και δεν έχει προχωρήσει στον εμβολιασμό.

Επίσης, χαρακτήρισα ως αδιανόητες τις δηλώσεις βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, ότι η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού αποτελεί «φασιστική νοοτροπία». Όλα αυτά ευνοούν το κλίμα αμφισβήτησης και δεν επιτρέπεται πολιτικοί να δημιουργούν ανασφάλεια στους πολίτες με τέτοιες δηλώσεις.

Για το ζήτημα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού και τα δικαιώματα των εμβολιασμένων δήλωσα ότι είναι προς τη θετική κατεύθυνση, τονίζοντας όμως ότι αρχικά οφείλουμε να δούμε τη γνωμοδότηση της επιτροπής βιοηθικής. Σίγουρα όμως ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες, όπως Νοσοκομειακοί, εκπαιδευτικοί και γενικά οι δημόσιοι λειτουργοί που έρχονται σε επαφή με την κοινωνία, πρέπει να προβούν σε υποχρεωτικό εμβολιασμό, ύστερα από δημόσια διαβούλευση. Έχουμε και ως τρανταχτό θετικό παράδειγμα και την απόφαση του κ. Ντράγκι στην Ιταλία.

Κλείνοντας, ανέφερα ότι το πρόγραμμα covax δεν αρκεί. Είναι επιτακτική ανάγκη η άρση των πατεντών, ώστε να βοηθηθούν και οι αναπτυσσόμενες χώρες. Χρειάζεται, επιπλέον, να τους παράσχουμε στήριξη και στον υγειονομικό τομέα, με αναπνευστήρες, οξυγόνο και άλλες παροχές, αλλά και στον οικονομικό τομέα. Η πανδημία του κορονοϊού μας έμαθε ότι όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη, αν δεν εμβολιαστούν και δεν υπάρχει ίδια υγειονομική αντιμετώπιση απέναντι σε όλους, ο εφιάλτης δεν θα τελειώσει. Οπότε είναι αντιληπτό ότι είναι ευθύνη των πλουσιότερων κρατών και των ευρωπαίων πολιτών να στηρίξουν τις χώρες που ζουν κάτω από συνθήκες ακραίας φτώχειας.

Μπορείτε να δείτε το βίντεο στο:  

Συνέντευξή μου στο ieidiseis.gr – 2/6/21

Πώς κρίνετε τον κ. Μητσοτάκη και την κυβέρνηση;

Ο κ. Μητσοτάκης αναλαμβάνοντας την ηγεσία της Ν.Δ κατάφερε να συσπειρώσει την Παράταξή του, να οριοθετηθεί αντιπολιτευτικά απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, με τον οποίο τμήμα του Κόμματός του, φλέρταρε ή και συνεργαζόταν, και έτσι κατάφερε να συγκεντρώσει δυνάμεις δεξιές και κεντροδεξιές εμφανιζόμενος,  ως πειστική λύση απέναντι σε ένα ΣΥΡΙΖΑ που είχε απογοητεύσει, αλλά και είχε οδηγήσει σε αγανάκτηση με το  κυβερνητικό έργο του, ιδιαίτερα τη μεσαία τάξη. Έτσι, εισέπραξε το μεγαλύτερο μέρος από το 65% ενός μετώπου, που είχε δημιουργηθεί απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και οδήγησε την Ν.Δ σε τρεις αλλεπάλληλες νίκες.

Στην συνέχεια, κατάφερε να κεφαλοποιήσει την απήχησή του στο χώρο του Κέντρου, ως «μεταρρυθμιστική δύναμη» ευθύνης και σοβαρής διαχείρισης, αυξάνοντας το πολιτικό του κεφάλαιο με τη σωστή αντίδραση στα γεγονότα του Έβρου και στην πρώτη φάση της πανδημίας. 

Ωστόσο, από τότε άρχισαν τα δύσκολα. Οι «μεταρρυθμίσεις» του, πλέον, τίθενται εν αμφιβόλω και μάλιστα σε κρίσιμους τομείς, όπως η Παιδεία, η μεταρρύθμιση του δημοσίου, τα εργασιακά, η Δικαιοσύνη, κ.λ.π.. Ελέγχεται ο ίδιος και συνολικά η Κυβέρνησή του για κακή και πρόχειρη νομοθέτηση, για όχι ιδιαίτερα καλή σχέση με τον κοινωνικό και πολιτικό διάλογο. Ελέγχεται, ακόμη, γιατί στη δεύτερη και στην τρίτη φάση της πανδημίας,  του ξέφυγε η κατάσταση και δεν έλαβε έγκαιρα μέτρα για την ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ, την ενίσχυση του στόλου στα Μ.Μ.Μ., κ.ά. Εμφανίζει ως επιτυχίες του τα διεθνή ανοίγματα, την ψηφιοποίηση του Κράτους, την επιτυχή οργάνωση του εμβολιασμού, αλλά θα ήταν ψευδαίσθηση να πιστέψει κανείς ότι η Ν.Δ έχει μεταβληθεί σε μια κεντρώα δύναμη. Αν ο κ.Μητσοτάκης και η Ν.Δ εμφανίζονται ότι κυριαρχούν αυτή τη στιγμή πολιτικά, αυτό οφείλεται κυρίως, στην παντελή αποτυχία, ιδιαίτερα της αντιπολιτευτικής τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στην έλλειψη απήχησης του Κινήματος Αλλαγής και όχι στις ικανότητες της Κυβέρνησης.

Μπροστά μας έχουμε μια δύσκολη περίοδο, αυτή της μετά covid εποχής, με τις υγειονομικές επιπτώσεις να είναι ακόμη παρούσες, αλλά να εμφανίζονται πια και σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις σε χιλιάδες επιχειρήσεις, που κινδυνεύουν με κλείσιμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή τον κίνδυνο απώλειας χιλιάδων θέσεων εργασίας. Σ’ αυτό το πεδίο θα κριθεί ουσιαστικά η Κυβέρνηση, όπως και η Αντιπολίτευση και βέβαια οι πολιτικοί συσχετισμοί.

Και την αξιωματική αντιπολίτευση και τον Αλέξη Τσίπρα;

Ο  ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να επιστρέφει σε αντιλήψεις, πρακτικές και τακτικές του 2011-2012. Με σημαία του τον λαϊκισμό, τη στείρα αντιπολίτευση και τον ισχυρισμό, ότι περίπου, ζούμε σε χούντα, με τις αναίτιες επιθέσεις ακόμη και κατά της Προέδρου της Δημοκρατίας και με μια εικόνα και αντιπολιτευτική τακτική συνολικά μηδενιστική  σε όλα τα θέματα, οριοθετείται ως δύναμη συντήρησης και  υπεράσπισης όλων των παθογενειών της Αντιπολίτευσης. Δείχνει, τελικά, μια πρωτοφανή αδυναμία να αναστοχαστεί την πορεία του και να εξελιχθεί σε κάτι πιο σύγχρονο και προοδευτικό. Οι αντιλήψεις του δε περί ελέγχου «των αρμών της εξουσίας», της «κανονικότητας που δεν βολεύει», όπως και οι υποθέσεις Παπαγγελόπουλου, Καλογρίτσα, κ.λ.π., αναδεικνύουν μια προσπάθεια απαράδεκτων μεθοδεύσεων παρέμβασης σε Δικαιοσύνη, ΜΜΕ και συνολικά στους θεσμούς  και  δείχνουν μια προβληματική σχέση δυνάμεών του με τη Δημοκρατία.

Πώς να μην χάνει λοιπόν δυνάμεις; Το 2021 δεν είναι το 2011. Πρακτικά ο ΣΥΡΙΖΑ μ΄αυτά που λέει και κάνει, βοηθάει περισσότερο την Κυβέρνηση, από ό,τι τη βοηθούν τα στελέχη της.

Νομίζω  δε, ότι διαψεύδονται οικτρά, όσοι υποστήριζαν, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αλλάξει πολιτικές και πρακτικές.

Το Κίνημα Αλλαγής εισέρχεται σε τροχιά εκλογής ηγεσίας. Εσείς συμφωνείτε  με την επαναφορά στο ΠΑΣΟΚ και τα σύμβολά του;

Το μείζον ζήτημα για το Κίνημα Αλλαγής είναι να επαναχαράξουμε την πορεία μας και να δώσουμε πειστικές απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. Γιατί, άραγε, βρισκόμαστε σε ένα ιδιόμορφο δημοσκοπικό τέλμα επί δύο χρόνια και δεν καταφέραμε να αυξήσουμε  τις δυνάμεις  μας  στις εκλογές του 2019, όταν το 65% της κοινωνίας συνέθεσε ένα ρεύμα «ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ» ;

Γιατί πηγαινοερχόμαστε  από το 6% και 7% δημοσκοπικά;

Γιατί αδυνατούμε  να αξιοποιήσουμε τις φθορές της Κυβέρνησης και τις ακόμη μεγαλύτερες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόμενοι να μη μπορούμε να παρουσιάσουμε  διψήφια επίδοση, εισπράττοντας, στοιχειωδώς, από ένα χώρο του 10%-15% που φαίνεται να μετακινείται ή να θέλει να μετακινηθεί πολιτικά;

Γιατί δεν εισπράττουμε  σχεδόν τίποτε από την Ν.Δ., ενώ ένα 12-14% απωλειών του ΣΥΡΙΖΑ οδεύει  απευθείας στην Ν.Δ και όχι στο Κίνημα Αλλαγής;

Στην πορεία για το Συνέδριό μας και την εκλογή της νέας ηγεσίας, που θα ακολουθήσει, αυτά πρέπει να συζητήσουμε. Σε ό,τι  αφορά τον τίτλο και τα σύμβολα, θα καταλήξουμε, λαμβάνοντας υπόψη: Την πραγματικότητα που λέει ότι σήμερα δεν υπάρχει το Κίνημα Αλλαγής που ξεκίνησε ως πολυκομματικός πόλος, με την συμμετοχή και του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, της ΔΗΜΑΡ και είμαστε ένα Κίνημα στο οποίο στη συντριπτική πλειοψηφία συμμετέχουμε άνθρωποι του ΠΑΣΟΚ – Τον σεβασμό σε δυνάμεις και προσωπικότητες που συμμετέχουν στην κοινή προσπάθειά μας – Το στίγμα που θα αποφασίσουμε να εκπέμπουμε για την συνέχεια της πορείας μας. Προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να πάμε σε ένα νέο ΠΑΣΟΚ που θα σηματοδοτήσει τη θέληση για ολική επαναφορά μας στο πολιτικό προσκήνιο, με σεβασμό στην ενιαία ιστορία και πορεία μας και όχι επιλεκτικά τμημάτων της, αλλά κυρίως με το βλέμμα στην νέα πραγματικότητα, τα προβλήματα της κοινωνίας και στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Υποψήφια για την ηγεσία σκέφτεστε να είστε; Ή επιλέξατε, ήδη, ποιον θα στηρίξετε;

Δεν σκέφτομαι, τώρα,  τυχόν υποψηφιότητά μου. Συμμετέχω και θα συμμετέχω όμως στις κομματικές διαδικασίες, καταθέτοντας απόψεις και προτάσεις, προκειμένου η Παράταξή μας να πρωταγωνιστήσει και πάλι. Προφανώς, με απασχολεί  και σκέφτομαι ποιος είναι καταλληλότερος για να ηγηθεί της Παράταξης.   Το ζήτημα όμως, δεν είναι ποιόν θα στηρίξω εγώ (και δεν με εκφράζουν όσα έχουν γραφεί, γιατί ακόμη δεν έχω αποφασίσει), αλλά ο τρόπος που θα οδηγηθούμε στο Συνέδριο, οι προτάσεις και οι πολιτικές που θα ακουστούν και τελικά οι πολιτικές που θα επικρατήσουν και θα ακολουθήσουμε στο μέλλον, με σκοπό  να επανακτήσουμε  τις κεντρώες δημοκρατικές δυνάμεις.

Δεν μπορεί να είμαστε με όλους, γιατί τότε, ουσιαστικά, δεν είμαστε με κανέναν και το στίγμα μας θα παραμείνει χλωμό και θολό.

Θέλουμε ως νέο Πρόεδρο ένα στέλεχος που να μπορεί να εκφράσει με δυναμισμό, επάρκεια, εμπειρία και μαχητικότητα την προσπάθεια να διεισδύσουμε στο Κέντρο με λόγο μεταρρυθμιστικό.

Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, με αυτές τις σκέψεις να καθορίσω εγώ το χρόνο αλλά και την μορφή με την οποία θα εκδηλώσω την στήριξή μου σε κάποιο συγκεκριμένο υποψήφιο.

Κατά τη γνώμη σας, ποιο θα πρέπει να είναι το πολιτικό στίγμα του κόμματός σας; Τι θα πρέπει να σηματοδοτεί;

Όπως προανέφερα, οφείλουμε να επιχειρήσουμε μια δυναμική επανεκκίνηση, εδώ και τώρα, στην κατεύθυνση να τα αλλάξουμε όλα. Στρατηγική, αφήγημα,  πολιτική πορεία, προγραμματικό λόγο, αντιπολιτευτική τακτική και  ηγετική ομάδα.

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει και μπορεί να γίνει και πάλι το ισχυρό, δυναμικό, προοδευτικό, μεταρρυθμιστικό κίνημα που θα παρέμβει και θα βάλει την σφραγίδα του στις εξελίξεις που έρχονται. Όχι μέσα από μια νοσταλγική ενατένιση ενός ηρωικού παρελθόντος, αλλά με μια νέα θεώρηση της εποχής της πανδημίας, της Κλιματικής Αλλαγής, της ψηφιακής εποχής, των μεγάλων γεωστρατηγικών διακυβευμάτων και της ανάγκης να οικοδομήσουμε μια Ελλάδα ισχυρή, με φωνή και κύρος, με ανάπτυξη, καινοτομία, με ισχυρούς θεσμούς που θα θωρακίζουν τη Δημοκρατία απέναντι σε επανεμφάνιση ακροδεξιών, μηδενιστικών και λαϊκιστικων τάσεων.

Το ΠΑΣΟΚ, το  Κίνημα Αλλαγής, γενικά, πρέπει να επιστρέψει στις ρίζες του, να εκφράσει τις δυνάμεις του δημοκρατικού Κέντρου, μη εκχωρώντας το χώρο αυτό στον Κ. Μητσοτάκη, να εκφράσει, δηλαδή, τις δυνάμεις του ορθολογισμού, της μεταρρύθμισης και της σύγχρονης οικολογίας.

Ίσες αποστάσεις από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ;  Εάν δεν υπάρξει αυτοδυναμία, μπορείτε να κάνετε Κυβέρνηση  και  με τη Νέα Δημοκρατία  και με  τον ΣΥΡΙΖΑ;

Για να πετύχουμε τους στόχους μας,  όπως τουλάχιστον εγώ το αντιλαμβάνομαι, πρέπει να αφήσουμε πίσω τις Πολιτικές του  μέσου όρου, των ίσων αποστάσεων, τις πολιτικές του ούτε – ούτε και το άγχος υστέρησης σε αντιπολιτευτικό οίστρο από το  ΣΥΡΙΖΑ. Να συνειδητοποιήσουμε, ότι η γενική επίκληση της αυτονομίας δεν συνιστά, από μόνη της, πολιτικό αφήγημα, αλλά κουραστική επανάληψη μιας αυτονόητης αλήθειας για κάθε κόμμα. Να διαμορφώσουμε ένα σύγχρονο, προοδευτικό αφήγημα, που θα το εκφράσει μια νέα δυναμική ηγεσία, που θα δίνει παντού το πολιτικό παρόν και θα διαθέτει την ορμή και την εμπειρία. Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι να μπαίνουμε σε διλήμματα που δεν υφίστανται.

Κύριε Σκουρή, δεν είμαστε συμπλήρωμα κανενός. Ας μην γελιόμαστε. Στις επόμενες εκλογές η Ν.Δ θα επιδιώξει μέσα από διπλές εκλογές να κάψει την απλή αναλογική και να κάνει αυτοδύναμη Κυβέρνηση, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως είναι σήμερα, οδεύει σε νέα ήττα, από την οποία δεν σώζεται με συνεργασίες που δεν πιστεύει και οι πολιτικές του αντιλήψεις τις καθιστούν απαγορευτικές.

Πιο απλά,  τόσο η Ν.Δ. όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν θέλουν συνεργασία με το  Κίνημα Αλλαγής, να μας  «καταπιούν»  θέλουν, έναν έναν ή όλους μαζί. Γι’ αυτό πρέπει και εμείς να κάνουμε, σωστά, τη δουλειά μας. Να αγωνιστούμε για να γίνει και πάλι το ΠΑΣΟΚ  μεγάλο κόμμα, όπως απαιτεί η κοινωνία και οι ανάγκες της.

Από εκεί και πέρα κάποιοι φαίνεται να ξεχνούν την ιστορία και το αλφαβητάρι  της Πολιτικής.

Το ΠΑΣΟΚ συνεργάστηκε με την Ν.Δ και στην συνέχεια με την Ν.Δ και τον ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, σε μια περίοδο που έστελναν τον Α.Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο και οι δυο τους. Το ΠΑΣΟΚ συνεργάστηκε, επίσης, με την Ν.Δ και την ΔΗΜΑΡ για να σωθεί η Ελλάδα, σε μια περίοδο που κάποιοι, αρχικά, έλεγαν, οτι δεν υπάρχει καν χρέος και στη συνέχεια, ότι θα καταργήσουν τα Μνημόνια με ένα Νόμο και ένα άρθρο. Τι θέλω να πω; Ότι το ΠΑΣΟΚ, το Κίνημα Αλλαγής όπως πάντα, αν χρειαστεί, θα «βάλει πλάτη» για το καλό της πατρίδας, αλλά με βάση προγραμματικές συγκλίσεις.

Πώς θα πρέπει να διεξαχθούν οι εσωκομματικές εκλογές;   Ποίοι θα μπορούν να ψηφίσουν;  Πόσους,  περίπου, περιμένετε στην ψηφοφορία;

Οι εκλογές για το Συνέδριό μας, πρέπει να αποτελέσουν κοινωνικό και πολιτικό γεγονός πρώτης τάξης και να σηματοδοτήσουν με τη μαζική συμμετοχή που θα πρέπει να υπάρξει, την ολική επαναφορά μας. Κακά τα ψέματα. Με 30.000 ή 40.000 συμμετοχή, δεν θα δοθεί καθαρά το σήμα μιας επανεκκίνησης, όποιος και να εκλεγεί. Γι αυτό, οι διαδικασίες πρέπει να γίνουν και θα γίνουν με ανοιχτό κάλεσμα από όλους μας, όπως έχουν γίνει μέχρι τώρα, από τις διαδικασίες για την εκλογή του Γιώργου Παπανδρέου και σε όλες τις εκλογές, και να  μπορεί να συμμετέχει κάθε ενεργός πολίτης, που θέλει, μέχρι την στιγμή που θα κλείνουν οι κάλπες. Πιστεύω δε, ότι όπως καινοτομήσαμε, ως κόμμα, που πρώτοι κάναμε ανοιχτές διαδικασίες για εκλογή Προέδρου, θα πρέπει, τώρα, να καθιερώσουμε και την ηλεκτρονική ψήφο. Προσπαθούμε άλλωστε τα τελευταία χρόνια να γίνουμε ένα ψηφιακό κόμμα. Ας το δείξουμε τολμώντας κι αυτό το βήμα.

Ο κίνδυνος της διάσπασης είναι υπαρκτός;

Δεν βλέπω κανένα τέτοιο κίνδυνο. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν άλλοι που θέλουν να συμπεριφερθούν ακολουθώντας τακτικές λιποταξίας του πρόσφατου παρελθόντος για να εκλεγούν βουλευτές, με άλλο κόμμα, που καθύβριζαν μέχρι τότε.

Θεωρώ πολιτικά ανέντιμες και ανήθικες τέτοιες συμπεριφορές.  

Πάντως, για να πάμε μπροστά και να υλοποιήσουμε το νέο μας όραμα, πρέπει, απαραίτητα, όποιος κι αν εκλεγεί, να έχει την αμέριστη βοήθεια, συμπαράσταση και συμπαράταξη, όχι μόνο των ανθυποψηφίων του, αλλά όλων των μελών και των στελεχών μας, γιατί η πεμπτουσία της δημοκρατίας και στα εσωτερικά των κομμάτων και  ιδίως σε αυτά είναι η Αρχή της Πλειοψηφίας.

Ευχαριστώ.

Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη και εδώ:

https://www.ieidiseis.gr/politiki/item/95603-nantia-giannakopoylou-sto-ieidiseis-prepei-na-pame-se-ena-neo-pasok

ΠΡΑΣΙΝΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ – ΤΗΡΗΣΗ ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ, ΤΑ ΟΠΛΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΙ Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ

Το Σάββατο 29 Μαΐου ήμουν καλεσμένη στην εκπομπή “MEGA Σαββατοκύριακο” με τους Ντίνο Σιωμόπουλο και Στέλλα Γκαντώνα, στην τηλεόραση του MEGA, όπου συζητήσαμε για το Πράσινο Πιστοποιητικό.

Ανέφερα ότι είναι ένα θετικό βήμα. Είναι, επίσης, ιδιαίτερα σημαντικό ότι ήταν πρόταση της Ελλάδας και αγκαλιάστηκε και έγινε αποδεκτή από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επιπλέον, δεν παρέλειψα να αναφέρω ότι αντίστοιχη πρόταση είχε κάνει και το Κίνημα Αλλαγής, και χαιρόμαστε που την υιοθέτησε και την υποστήριξε ένθερμα ο κος Μητσοτάκης. Διότι αποτελεί ευκαιρία να ανοίξει με ασφάλεια ο τουρισμός και οι ελεύθερες μετακινήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και αυτό αποτελεί σημαντικό γεγονός, εάν αντιληφθούμε το βάρος που σήκωσαν και το κόστος που πλήρωσαν οι επιχειρήσεις και οι άνθρωποι του τουρισμού και γενικότερα οι τουριστικές περιοχές, αλλά και η οικονομία της χώρας μας, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από την επιτυχία του τουρισμού κάθε χρόνο.

Κλείνοντας, τόνισα ότι με το πράσινο πιστοποιητικό, με πρωτόκολλα υγειονομικά και με τήρηση των μέτρων και τον έλεγχο τους, είμαι πολύ αισιόδοξη ότι θα είναι μία καλύτερη χρονιά.

«ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΜΕΣΑ ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΡΙΖΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ»

Την Παρασκευή 29 Μαίου 2021 ήμουν καλεσμένη του Γιάννη Πρετεντέρη, στην εκπομπή του στο ραδιόφωνο του Πρώτου Θέματος, όπου συζητήσαμε για την πολιτική επικαιρότητα.

Ξεκινώντας την τοποθέτησή μου, αναφέρθηκα στην κατάσταση που επικρατεί στο Κίνημα Αλλαγής και στις ενέργειες που χρειάζεται να γίνουν ώστε να επανέλθει δυναμικά. Συγκεκριμένα, τόνισα ότι ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ είναι ένας κόσμος που γνωρίζει ότι το ΠΑΣΟΚ έχει κυβερνήσει την Ελλάδα, έχει πρωταγωνιστήσει και έχει βάλει τη σφραγίδα του στην πορεία της χώρας, θέλει επομένως να δει την παράταξη ξανά πρωταγωνίστρια. Χρειάζεται χωρίς καμία άλλη καθυστέρηση μια πολιτική επανεκκίνηση στο Κίνημα Αλλαγής,  στο ΠΑΣΟΚ, για να ξεφύγουμε και δημοσκοπικά από το ταβάνι του 6%-7%. Ένα restart για να αποσαφηνίσουμε ποιο είναι το αφήγημά μας, τι λέμε, ποια είναι η στρατηγική μας, ποια είναι η πολιτική τακτική μας. Χρειάζεται ένα σαφές μεταρρυθμιστικό στίγμα, σε πλήρη αντιδιαστολή με κάθε κύμα λαϊκισμού ή με ψευδομεταρρυθμίσεις. Πρέπει να εκφράσουμε αυτή τη νέα εποχή. Δεν το κάνουμε αυτή τη στιγμή. Πρέπει να διεισδύσουμε στο κέντρο γιατί δεν γίνεται να αφήσουμε τον κο Μητσοτάκη να παίζει μόνος του στο χώρο του κέντρου.

Συνοψίζοντας, αυτό που χρειάζεται το Κίνημα Αλλαγής άμεσα είναι σύγχρονος λόγος,  καθαρός λόγος, όχι λογική ίσων αποστάσεων, όχι ούτε-ούτε, όχι να  διαγωνιζόμαστε με τον ΣΥΡΙΖΑ στον αντιπολιτευτικό οίστρο, αλλά να μιλάμε ξεκάθαρα με μεταρρυθμιστικές θέσεις και προτάσεις.

Ως προς την θεωρητικά «κυριαρχία» της ΝΔ στις δημοσκοπήσεις, τόνισα ότι στην περίοδο της διακυβέρνησής του είναι η αλήθεια ότι η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με πολύ μεγάλες κρίσεις, τις οποίες αντιμετώπισε με έναν τρόπο που σε πολλές περιπτώσεις παίρνει δημοσκοπικά θετικό πρόσημο, από τα γεγονότα στον Έβρο μέχρι και τον Covid. Γιατί; Γιατί  Υπήρξε άμεση αντίδραση και άμεσο κλείσιμο ειδικά στην πρώτη φάση. Υπάρχει πλέον ένας εμβολιασμός ο οποίος προχωράει αρτιότατα, υπάρχει και το θέμα του πράσινου πιστοποιητικού, το οποίο ήταν πρωτοβουλία της Ελλάδας και βλέπουμε και σήμερα ότι αναγνωρίζεται. Άρα αντιμετωπίζοντας κρίσεις με αυτόν τον τρόπο αντικειμενικά φαίνεται ότι υπάρχει μία αποδοχή από την πλειοψηφία του κόσμου.

Αυτό όμως που δεν φαίνεται στην ουσία της διακυβέρνησης της, όπου υπάρχει μία μεταρρυθμιστική άπνοια, δηλαδή μπορεί σε πρώτο επίπεδο να φαίνεται ότι στη διαχείριση των κρίσεων η κυβέρνηση τα πάει ικανοποιητικά, από πίσω όμως και με παράδειγμα τα θέματα της παιδείας, εγώ βλέπω να υπάρχει  σοβαρή υστέρηση. Εκεί είναι που πρέπει να εστιάσουμε, εκεί είναι που πρέπει να αναδείξουμε το τι δεν γίνεται ή το τι έπρεπε να είχε γίνει. Έχει κάνει λάθη, και αυτά πρέπει να στηλιτεύουμε  σε μια πραγματικά προοδευτική και μεταρρυθμιστική βάση. Δυστυχώς όμως δε το επιτυγχάνουμε. Γι’ αυτό λέμε ότι χρειάζεται μία νέα αλλαγή, στρατηγικά, πολιτικά, σε επίπεδο ηγεσίας και ηγετικής ομάδας, προκειμένου να μπορέσουμε να ξαναπρωταγωνιστήσουμε στο χώρο μας. Τώρα είναι η ώρα για το ΠΑΣΟΚ, για το Κίνημα Αλλαγής.

 Κλείνοντας, ως προς την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ, εξέφρασα την προσωπική μου άποψη ότι ναι μεν θα ήθελα να επανέλθουμε στο ΠΑΣΟΚ, αλλά το μεγάλο ζητούμενο είναι η ουσία των πολιτικών μας.

Να τα αλλάξουμε όλα, αυτό είναι το χρέος μας

Άρθρο μου στο iefimerida.gr στις 24/05/21

O χρόνος κυλάει αμείλικτα. Ήδη βρισκόμαστε στο μέσον περίπου της Κυβερνητικής θητείας και όλα μοιάζουν πολιτικά παγωμένα. Παρά την περιπέτεια της πανδημίας και τις υγειονομικές, οικονομικές παρενέργειες, παρά την ψήφιση  Νόμων που αμφισβητήθηκαν πολύ, οι πολιτικοί συσχετισμοί δείχνουν αναλλοίωτοι. Η Κυβέρνηση εμφανίζει ορατές φθορές,  ωστόσο η Αντιπολίτευση δεν κερδίζει. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει απώλειες της τάξης του 25%-30% από την εκλογική επίδοσή του τον Ιούλιο του 2019 και υπολείπεται της Ν.Δ κατά 15%-16% στην πρόθεση ψήφου, ενώ το Κίνημα Αλλαγής κινείται πηγαινοερχόμενο βασανιστικά από το 6% έως το 7%.

Ας μου επιτραπεί να σημειώσω, ότι δεν συμβαίνει το ίδιο σε όλες τις χώρες της Ευρώπης ή και σε άλλες χώρες του πλανήτη και δεν επαληθεύεται η βολική θεωρία ότι αυτό οφείλεται στην πανδημία, που δεν επιτρέπει στην Αντιπολίτευση να αναπτύξει δήθεν την πολιτική της. Στις Η.Π.Α ο Τραμπ έχασε τις εκλογές, κυρίως λόγω της ασυνάρτητης πολιτικής του απέναντι στον κορονοϊό, αν και είχε ως δυνατό σημείο του την Οικονομία. Στη Γερμανία η αποχώρηση Μέρκελ, οι δυσκολίες των Σοσιαλδημοκρατών και ο νέος άνεμος από την εμφάνιση των ανανεωμένων Πρασίνων συνθέτουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό. Στην Ισπανία οι PODEMOS συνετρίβησαν στις εκλογές της Μαδρίτης. Στην Ιταλία έχουμε πρωθυπουργό τον Ντράγκι. Στην Γαλλία οι Σοσιαλιστές εξαϋλώνονται μέσα στην κόντρα Μακρόν- Λεπέν, ενώ στην Μεγάλη Βρετανία ο Τζόνσον, μετά την περσινή  δημοσκοπική του πτώση έχει επανέλθει, αλώνοντας στις πρόσφατες τοπικές εκλογές ακόμα και παραδοσιακά οχυρά των Εργατικών. Η θεωρία της «εξηγήσιμης ακινησίας» δεν στηρίζεται επομένως πουθενά. Κι όμως η γη κινείται, οι συσχετισμοί διαφοροποιούνται παντού με κοινό παρονομαστή την υποχώρηση των δυνάμεων του λαϊκισμού, του μηδενισμού και την επικράτηση αυτών που δείχνουν τουλάχιστον να διαθέτουν εναλλακτική λύση διακυβέρνησης. Ανάμεσα στα «θύματα» των διεργασιών βρίσκονται και τα περισσότερα σοσιαλιστικά- σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

Στην πατρίδα μας, όλοι οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που υπήρξαν ως αποτέλεσμα της κρίσης, από τους ΑΝΕΛ και την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, μέχρι την Ένωση Κεντρώων και δυνάμεις που θα μπορούσαν να έχουν συμβολή στην πορεία της χώρας, όπως το ΠΟΤΑΜΙ και η ΔΗΜΑΡ, εξαφανίστηκαν. Τελευταία εναπομείνασα δύναμη από την περίοδο της κρίσης, του φανατισμού, του άκρατου λαϊκισμού παραμένει ο ΣΥΡΙΖΑ, που δείχνει να επιστρέφει σε αντιλήψεις του 2011-2012. Με την πάγια, συνολικά μηδενιστική αντιπολιτευτική τακτική σε όλα τα θέματα, από τις επιθέσεις κατά της Προέδρου της Δημοκρατίας, τον ισχυρισμό ότι έχουμε χούντα, έως την αγιοποίηση Κουφοντίνα  από ένα σημαντικό μέρος του, κατοχυρώνεται ως δύναμη συντήρησης και υπεράσπισης όλων των παθογενειών της Αντιπολίτευσης. Πως να μην χάνει λοιπόν δυνάμεις; Το 2021 δεν είναι 2011. Επομένως, πρακτικά ο ΣΥΡΙΖΑ  μάλλον βοηθάει με την αντιπολιτευτική του στάση την Κυβέρνηση, συμβάλλοντας στη δημιουργία μίας εικόνας που ούτε τα στελέχη της Ν.Δ δεν μπορούν να προσφέρουν στο κόμμα τους. Η Κυβέρνηση που έχουμε, δεν είναι δα και καμία ομάδα φοβερών και ανίκητων πολιτικών αντιπάλων. Όποιος παρακολουθεί την πορεία της, διαπιστώνει σοβαρά λάθη και ολιγωρίες και εν τέλει μία μεταρρυθμιστική άπνοια.

Ωστόσο, προβληματισμό δημιουργεί και η δημοσκοπική στασιμότητα του Κινήματος Αλλαγής. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί βρίσκεται σε ένα ιδιόμορφο δημοσκοπικό τέλμα επί δύο χρόνια και αφού – για να μην ξεχνάμε- δεν κατάφερε να αυξήσει τις δυνάμεις του στις εκλογές του 2019 όταν το 65% της κοινωνίας συνέθεσε ένα ρεύμα εναντίωσης απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ; Γιατί άραγε έχει εγκλωβιστεί μεταξύ 6% και 7%; Γιατί αδυνατεί να αξιοποιήσει τις φθορές της Κυβέρνησης και τις ακόμα μεγαλύτερες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να μπορεί να παρουσιάσει κάποια διψήφια επίδοση, εισπράττοντας στοιχειωδώς από ένα χώρο της τάξης του 10%-15% που φαίνεται να μετακινείται ή να θέλει να μετακινηθεί πολιτικά; Γιατί δεν εισπράττει τίποτα από την Ν.Δ, ενώ ακόμα και ένα 12-14% απωλειών του ΣΥΡΙΖΑ οδεύει απευθείας στην Ν.Δ και όχι στο Κίνημα Αλλαγής που θα ήταν πολιτικά λογικότερο;

Αυτά είναι πια τα κρίσιμα ερωτήματα, που θα καθορίσουν την πορεία μας. Για να είμαι ακριβής: Είναι υπαρξιακής, πια, φύσης ερωτήματα, αφού οι χαμηλές δημοσκοπικές επιδόσεις μας εμφανίζονται σε μια περίοδο που δεν έχουν τεθεί διλήμματα. Για να είμαι ακόμα πιο σαφής: Αν γίνουν εθνικές εκλογές, και μάλιστα διπλές, κατά τις οποίες θα κριθεί η διακυβέρνηση της χώρας, με την αφετηρία που εμφανιζόμαστε σήμερα και τις πιέσεις που θα αναπτυχθούν, δεν μπορούμε να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι.

Πρέπει λοιπόν να αντιδράσουμε τώρα χωρίς να παραμένουμε σε μια περίεργη κι ακατανόητη αυταρέσκεια. Έχουμε χρέος να επιχειρήσουμε μια επανεκκίνηση, ένα restart εδώ και τώρα. Σε ποια κατεύθυνση; Στην κατεύθυνση να τα αλλάξουμε όλα. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να γίνει και πάλι το ισχυρό, δυναμικό, προοδευτικό, μεταρρυθμιστικό Κίνημα  που θα παρέμβει και θα βάλει τη σφραγίδα του στις εξελίξεις που έρχονται. Όχι μέσα από μια νοσταλγική ενατένιση ενός ηρωικού παρελθόντος, αλλά με μια νέα θεώρηση της εποχής της πανδημίας και των προκλήσεων που έπονται, της κλιματικής αλλαγής και της ψηφιοποίησης, των μεγάλων γεωστρατηγικών διακυβευμάτων και της ανάγκης να οικοδομήσουμε μια Ελλάδα ισχυρή, με φωνή και κύρος, με ανάπτυξη, καινοτομία, με ισχυρούς θεσμούς που θα θωρακίζουν τη Δημοκρατία απέναντι σε επανεμφάνιση νέων μηδενιστικών, λαϊκίστικων και ακροδεξιών τάσεων. Ο κόσμος μας δεν μοιάζει σε πολιτική νοοτροπία με τον κόσμο του Κ.Κ.Ε, που τον τιμώ. Είναι κόσμος που έζησε μεγάλες στιγμές της Παράταξής μας με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον  Κώστα Σημίτη, που αισθάνεται ότι κυβέρνησε τη χώρα καλά και θέλει να την ξανακυβερνήσει. Δεν αρκείται σε 6%-7%, γενικού τύπου αντιπολίτευση, σε εξωραϊσμούς και σε ανεπαρκείς εξηγήσεις ότι για όλα φταίει το Σύστημα ή κάποιες αόρατες δυνάμεις που μας πολεμούν.  

Το ΠΑΣΟΚ, οι δυνάμεις του Κινήματος Αλλαγής μπορούν και πρέπει να εκφράσουν τις αστείρευτες και ζωντανές δυνάμεις του Κέντρου, τις δικές του δυνάμεις, να μην τις αφήσει αμαχητί βορά ούτε στη ΝΔ ούτε στο ΣΥΡΙΖΑ. Να εκφράσει τις δυνάμεις της δημοκρατίας, τις δυνάμεις του ορθολογισμού, της μεταρρύθμισης και της σύγχρονης οικολογίας. Να αφήσουμε πίσω τις πολιτικές του  μέσου όρου, τις  πολιτικές του «ούτε-ούτε» και το άγχος υστέρησης σε αντιπολιτευτικό οίστρο με τον ΣΥΡΙΖΑ. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η γενική επίκληση της αυτονομίας από μόνη της δεν συνιστά πολιτικό αφήγημα, αλλά κουραστική επανάληψη μιας αυτονόητης αλήθειας για κάθε κόμμα. Να μην κρύβουμε τις ανεπάρκειες μας, μέσα από ανεπαρκείς εξηγήσεις. Χρειάζονται καθαρές κουβέντες, καθαρές εξηγήσεις και επιλογές.

Τώρα πρέπει να ξεκινήσουμε ένα νέο εγχείρημα, ασφαλώς και με την νέα ηγεσία που θα προέλθει από τις προσεχείς διαδικασίες, που θα μπορεί να εκφράσει τις απαιτήσεις αυτής της προσπάθειας, που έχει δείξει ότι ήταν και είναι παρούσα στις καθημερινές μάχες, ότι διαθέτει δυναμισμό και όραμα. Αυτά κρίνονται στους επόμενους μήνες. Αυτό θα κριθεί στις εκλογές για την ηγεσία του κόμματός μας τον Νοέμβριο, εκλογές ανοικτές στην κοινωνία, αλλά και στο Συνέδριο και τις διεργασίες που θα ακολουθήσουν.

Ας προχωρήσουμε λοιπόν, αλλάζοντας τα πάντα. Πρέπει να αλλάξουμε για να υπάρξουμε, για να πρωταγωνιστήσουμε και πάλι, για να πετάξουμε ψηλά. Αυτό είναι το χρέος μας. 

Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο και στο:

https://www.iefimerida.gr/politiki/na-ta-allaxoyme-ola-ayto-einai-hreos-mas