Κοινοβουλευτικό έργο / Ομιλία στην Ολομέλεια – 23.07.2026
Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι η κορυφαία στιγμή αυτοσυνείδησης μιας Δημοκρατίας.
Είναι η ώρα που ο Καταστατικός Χάρτης της χώρας «ξαναβλέπει τον εαυτό του», για να απαντήσει στις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος.
Και όταν μια κοινωνία ανοίγει αυτή τη συζήτηση, αποφασίζει στην ουσία ποιες αξίες θεωρεί τόσο κρίσιμες, ώστε να τις τοποθετήσει πάνω από κάθε εφήμερη πλειοψηφία.
Ακριβώς γι’ αυτό οφείλω να ξεκινήσω με μια διαπίστωση που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί.
Η αναθεωρητική πρωτοβουλία εκδηλώθηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: στο τέλος της βουλευτικής περιόδου, εν μέσω θέρους, με μια διαδικασία εξπρές ενός θερινού μήνα και με τον Αύγουστο να μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο ψηφοφορίες.
Η αναθεώρηση απαιτεί ουδέτερο εκλογικά χρόνο και τη μέγιστη δυνατή ενημέρωση των πολιτών.
Αντί γι’ αυτό, το Σύνταγμα καλείται να αυτοαναλυθεί μέσα σε μια προεκλογική διαδικασία. Αυτή η μεθόδευση έχει όνομα: συνταγματικός λαϊκισμός.
Και εκδηλώθηκε μέσα σε ένα θεσμικό κλίμα ήδη βεβαρημένο.
Με τη διαστροφή του νοήματος του άρθρου 86. Μία διάταξη την οποία διαστρεβλώσατε και καταχραστήκατε στο έπακρον.
Και το ζήτημα αυτό δεν είναι μόνο Συνταγματικό.
Δεν μπορεί ποτέ να φταίει μία διάταξη από μόνη της.
Φταίνε οι άνθρωποι που την επικαλούνται, την καταχρώνται και, εν τέλει, κρύβονται πίσω από αυτήν, όπως έκανε η Κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Με τις ανεξάρτητες αρχές να γίνονται στόχος αντί να αποτελούν θεσμικό αντίβαρο.
Με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του άρθρου 101Α να παραβιάζεται προς κάθε δυνατή κατεύθυνση.
Παρά ταύτα, το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής τήρησε στάση ευθύνης και προσήλθε και προσέρχεται με ολοκληρωμένη, πλήρως διατυπωμένη πρόταση, κατατεθειμένη στα πρακτικά, με πλήρη παράθεση κάθε διάταξης όπως προτείνουμε να διαμορφωθεί.
Η πρότασή μας είναι οργανωμένη σε τρεις κατευθύνσεις:
– Δικαιώματα που ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της εποχής μας
– Προστασία των δημοκρατικών θεσμών, με ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας και
– Μια αυθεντικά δημοκρατική, υπερπλειοψηφική διαδικασία αναθεώρησης.
Ξεκινώ από το τελευταίο, γιατί είναι το κλειδί για όλα τα υπόλοιπα.
Όλοι θυμόμαστε την εμπειρία του 2019.
Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της αναθεωρητικής Βουλής μεταχειρίστηκε τις ευρείες συναινέσεις της προτείνουσας Βουλής ως λάφυρο.
Η διαπίστωση της ανάγκης αναθεώρησης μιας διάταξης εκλήφθηκε ως συναίνεση και στο περιεχόμενό της.
Έτσι διαστρέφεται πλήρως η λογική της αναθεώρησης και ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος: η διάταξη καταλήγει να αναθεωρείται μόνο από την πλειοψηφία, με σκοπό όχι την ισορροπία του πολιτεύματος, αλλά την ενίσχυση της ίδιας της πλειοψηφικής δύναμης.
Κορυφαίο παράδειγμα, η διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας: ο ύψιστος πολιτειακός θεσμός κατέστη εν τέλει κομματική επιλογή, ακόμα και με σχετική πλειοψηφία.
Γι’ αυτό προτείνουμε την αναθεώρηση του ίδιου του άρθρου 110: η υπερπλειοψηφία των τριών πέμπτων να απαιτείται υποχρεωτικά στη δεύτερη, την αναθεωρητική Βουλή.
Έτσι η υποχρέωση της συναίνεσης μεταφέρεται από μια αόριστη διάθεση αναθεώρησης στο ίδιο το περιεχόμενο της κάθε διάταξης.
Έτσι η αναθεωρητική διαδικασία γίνεται από τύποις σε ουσία συναινετική και θεραπεύεται η πληγή που άνοιξε το 2019.
Αυτή η αρχή εξηγεί και τη στάση μας στην παρούσα ψηφοφορία.
Ψηφίζουμε ΠΑΡΩΝ σε όλες τις προτεινόμενες ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται και στη δική μας πρόταση, ώστε η υπερπλειοψηφία των εκατόν ογδόντα να είναι υποχρεωτική στη δεύτερη, αναθεωρητική Βουλή και οι σχετικές διατάξεις να τύχουν της ευρύτερης δυνατής στήριξης στο περιεχόμενο και την ουσία τους, αφού πρώτα τοποθετηθεί ο ελληνικός λαός στις εκλογές που μεσολαβούν.
Δεν είναι στάση διαφυγής.
Είναι στάση αρχών.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Έρχομαι τώρα στο άρθρο 16, στο οποίο θα σταθώ περισσότερο από κάθε άλλο. Γιατί εδώ δεν κρίνεται μια τεχνική λεπτομέρεια.
Εδώ κρίνεται το ίδιο το πρόσημο της κοινωνίας μας: αν η γνώση είναι δημόσιο αγαθό ή εμπόρευμα.
Και είμαι πραγματικά υπερήφανη που το ΠΑΣΟΚ είναι το μόνο κόμμα της Αντιπολίτευσης που τάσσεται υπέρ των μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων.
Η Ελλάδα παραμένει μία από τις τελευταίες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τη λειτουργία μη κρατικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.
Για δεκαετίες εγκλωβιστήκαμε σε έναν αναχρονισμό και σε μια στείρα ιδεολογική αντιπαράθεση, χάνοντας πολύτιμο χρόνο και σημαντικές ευκαιρίες.
Θα μπορούσαμε να είχαμε προσελκύσει ακαδημαϊκές επενδύσεις, να συνεργαστούμε με κορυφαία διεθνή πανεπιστήμια και να περιορίσουμε τη φυγή χιλιάδων νέων στο εξωτερικό.
Αντί γι’ αυτό, η χώρα έχασε ανθρώπινο κεφάλαιο, γνώση και αναπτυξιακές προοπτικές, ενώ πολλές οικογένειες επιβαρύνθηκαν οικονομικά για σπουδές εκτός Ελλάδας.
Η υπέρβαση αυτού του αναχρονισμού δεν σημαίνει υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.
Τι προτείνει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία;
Ανώτατη εκπαίδευση από «νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης» που μπορεί να έχουν, και το γράφει ρητά , «δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα», με μόνη εγγύηση τη διασφάλιση «υψηλού επιπέδου σπουδών».
Πουθενά, σε ολόκληρη τη διατύπωση, η λέξη «μη κερδοσκοπικός».
Και αυτή η σιωπή δεν είναι αθώα.
Αυτή η σιωπή είναι η ουσία της πρότασης.
Αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο λειτουργίας στη χώρα κερδοσκοπικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.
Χωρίς κατοχύρωση κοινωνικής αποστολής.
Χωρίς πιστοποίηση και αδιάλειπτη εποπτεία από ανεξάρτητη αρχή.
Χωρίς καμία εγγύηση προσβασιμότητας.
Έχουμε άλλωστε νωπή την εμπειρία.
Η δική μας απάντηση είναι καθαρή και έχει δύο σκέλη.
Πρώτον, θωρακίζουμε το δημόσιο πανεπιστήμιο.
Προτείνουμε ρητά: πλήρη αυτοδιοίκηση και αυτονομία επί των ακαδημαϊκών ζητημάτων, κρατική εποπτεία που δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση των ιδρυμάτων και δικαίωμά τους να ενισχύονται οικονομικά από το Κράτος, ώστε να εκπληρώνουν πλήρως την αποστολή τους.
Γιατί το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν χρειάζεται κηδεμόνα, χρειάζεται σύμμαχο.
Δεύτερον, και εδώ βρίσκεται η κρίσιμη διαφορά μας με την Κυβέρνηση, προτείνουμε τη ρητή συνταγματική κατοχύρωση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα των μη κρατικών πανεπιστημίων.
Είναι η πάγια θέση μας και την καταθέτουμε με συγκεκριμένη διατύπωση: «Ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται και από νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.»
Πρότυπό μας είναι η ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Και απευθύνω από αυτό το βήμα ένα ευθύ ερώτημα προς την πλειοψηφία: αν πράγματι δεν επιδιώκετε κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, γιατί αρνείστε να γράψετε στο Σύνταγμα τις λέξεις «μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα»;
Τι σας εμποδίζει;
Υιοθετήστε τη διατύπωσή μας.
Αν όμως επιμείνετε στη σιωπή, τότε αυτή η σιωπή θα μιλήσει από μόνη της.
Το δεύτερο ζήτημα στο οποίο επιμένουμε αφορά τη μισή κοινωνία, και την τιμή και την αξιοπρέπεια ολόκληρης.
Ένα Σύνταγμα του 2026 δεν μπορεί να προσποιείται ότι δεν βλέπει τη βία που δέχονται οι γυναίκες αυτής της χώρας.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.
Το 2025 έκλεισε με δεκαεννέα καταγεγραμμένες γυναικοκτονίες.
Οι καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας σχεδόν πενταπλασιάστηκαν μέσα σε μια πενταετία. Χιλιάδες γυναίκες κρατούν στο χέρι τους ένα «κουμπί πανικού» για να νιώσουν ασφαλείς μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.
Και οι αυστηρότερες ποινές του κοινού νόμου, μόνες τους, δεν ανέκοψαν το φαινόμενο.
Γι’ αυτό προτείνουμε στο άρθρο 5 μια αλυσίδα προστασίας.
Ρητή αναφορά του φύλου, μαζί με τον γενετήσιο προσανατολισμό, την αναπηρία, την ηλικία και την κοινωνική προέλευση, στους απαγορευμένους λόγους διάκρισης, όπως ορίζει και το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Κατοχύρωση της αναπαραγωγικής ελευθερίας δίπλα στην προστασία της υγείας. Και, κυρίως, μια νέα παράγραφο με μία και μόνη φράση: «Η προστασία από την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες είναι υποχρέωση του Κράτους».
Σταθείτε στη λέξη: υποχρέωση.
Όχι «μεριμνά», όχι «δύναται».
Είναι η συνταγματική αποτύπωση των δεσμεύσεων που ανέλαβε η χώρα υπογράφοντας τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, και ταυτόχρονα ένα μόνιμο μέτρο λογοδοσίας: κάθε Κυβέρνηση θα κρίνεται πλέον για το αν στελεχώνει τις δομές, αν χρηματοδοτεί τους ξενώνες, αν εφαρμόζει εγκαίρως τα μέτρα προστασίας, ώστε μια καταγγελία να μην καταλήγει σε μνημόσυνο.
Ο κοινός νόμος αλλάζει με την κάθε πλειοψηφία. Το Σύνταγμα τη δεσμεύει.
Και επειδή η βία έχει πλέον και ψηφιακή μορφή, η πρότασή μας για το νέο άρθρο 5Β δεν περιορίζεται, όπως της πλειοψηφίας, στην τεχνητή νοημοσύνη.
Κατοχυρώνει συνολικά ψηφιακά δικαιώματα και εγγυήσεις έναντι των νέων τεχνολογιών: προστασία από την ψηφιακή χειραγώγηση, ισότιμη πρόσβαση σε βασικές ψηφιακές υπηρεσίες, άρση του ψηφιακού αποκλεισμού για τους οικονομικά ασθενέστερους και τις ευάλωτες ομάδες.
Γιατί μια γυναίκα αποκομμένη από την πληροφορία και τα ψηφιακά εργαλεία προστασίας είναι μια γυναίκα πιο εκτεθειμένη.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η πρότασή μας περιλαμβάνει βεβαίως και άλλες κρίσιμες τομές, που αναπτύχθηκαν διεξοδικά στην Επιτροπή:
- Την ουσιαστική αποπολιτικοποίηση της ευθύνης των υπουργών στο άρθρο 86, ώστε οι υπουργοί να μην κρίνονται σε καμία φάση από συναδέλφους τους,
- Τη Δικαιοσύνη χωρίς κυβερνητική κηδεμονία στο άρθρο 90,
- Τις πραγματικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας στο άρθρο 101Α, τη συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, με αρμοδιότητα και στον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων και των πόθεν έσχες,
- Την ενίσχυση της αυτοδιοίκησης στο άρθρο 102, με τεκμήριο αρμοδιότητας και πραγματική οικονομική αυτοτέλεια και την υπεράσπιση των εγγυήσεων του κράτους δικαίου στο άρθρο 103, γιατί η μονιμότητα προστατεύει τον πολίτη, όχι τον υπάλληλο.
Σε όλα αυτά διατρέχει μία και η αυτή λογική: το Σύνταγμα δεν αναθεωρείται για να ενισχυθεί η εκάστοτε πλειοψηφία.
Αναθεωρείται για να θωρακιστούν οι θεσμοί και τα δικαιώματα.
Θέλουμε μια αναθεώρηση που θα εκφράζει τη μεγαλύτερη δυνατή πλειοψηφία του ελληνικού λαού.
Με υπερπλειοψηφία επί του περιεχομένου, με πλήρη ενημέρωση των πολιτών, με συνδιαμόρφωση από τις πολιτικές δυνάμεις και με τον λαό να τοποθετείται στις εκλογές που μεσολαβούν.
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής θα στηρίξει κάθε αλλαγή που ισχυροποιεί τα δικαιώματα, τους θεσμούς και, πάνω απ’ όλα, τη δημόσια Παιδεία.
Και θα αντισταθεί σε κάθε λογική που τα παραδίδει στο συμφέρον των λίγων.
Ένα Σύνταγμα που τηρείται και κυβερνά με κανόνες, όχι κατά τη βούληση της εκάστοτε εξουσίας.
Αυτό διεκδικούμε. Και σε αυτό καλούμε όλες τις πτέρυγες της Βουλής.
Σας ευχαριστώ.

