Το δικό μας σχέδιο ενάντια στην λιτότητα

Άρθρο μου στην karfitsa

Τα τελευταία δυόμισι χρόνια, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μας έχει συνηθίσει σε κάκιστες διαπραγματευτικές τακτικές, φέρνοντας χείριστες συμφωνίες χωρίς κανένα ανταποδοτικό όφελος για τη χώρα.

Από τις «αυταπάτες» του κ. Τσίπρα στην συνειδητή και μεθοδική διάλυση της μεσαίας τάξης και την περαιτέρω φτωχοποίηση των μη προνομιούχων, βρισκόμαστε και πάλι θεατές ενός έργου που αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Παραβολουθούμε την κυβέρνηση να επαίρεται (!) για τη νέα πενταετία λιτότητας που φορτώνει στις πλάτες του ελληνικού λαού – γιατί, βεβαίως, γνωρίζουν ότι θα έχουν αποδράσει των ευθυνών τους μέχρι να αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα αυτά. Μέτρα επώδυνα και εντελώς αχρείαστα, που θα είχαν αποφευχθεί αν το εθνικο-λαϊκιστικό μόρφωμα που κυβερνά τη χώρα είχε επιδείξει μία στοιχειώδη σοβαρότητα, ένα ίχνος στρατηγικής στη διαπραγμάτευση. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε μπροστά μας περαιτέρω περικοπές και μειώσεις στο εισόδημα των Ελλήνων πολιτών, αποκλειστικό αποτέλεσμα της κωλισιεργίας, της παλινωδίας και της πλήρους ανικανότητας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Το περίφημο αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ περί του «τέλους των μνημονίων» έχει πλέον καταρρεύσει οριστικά. Για άλλη μια φορά, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μας φέρνουν μια συμφωνία που δεν προσφέρει αναπτυξιακή προοπτική στη χώρα, αλλά ούτε και ελάφρυνση των βαρών για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, και μάλιστα σε ένα περιβάλλον ύφεσης. Τα δήθεν αντίμετρα, ακόμη και αν εφαρμοστούν, ούτε στο ελάχιστο δεν πρόκειται να καλύψουν τις τεράστιες απώλειες εισοδήματος που έχουν υποστεί οι Έλληνες πολίτες.

Υπάρχει, αλήθεια, κάποιος που να διαβλέπει σωτηρία, αναπτυξιακό ορίζοντα, σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την κρίση; Πριν τρία χρόνια ήμασταν ένα βήμα πριν την ολοκλήρωση των μνημονιακών μας υποχρεώσεων και οι επώδυνες θυσίες του ελληνικού λαού είχαν πιάσει τόπο. Σήμερα η κυβέρνηση μας βυθίζει σε νέο κύκλο λιτότητας, σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση, σε τέταρτο μνημόνιο που έρχεται να φορτώσει πέντε ακόμη δις μέτρα στα προηγούμενα 9 δις που μας έχει στοιχίσει η ανικανότητά της.
Το θέμα είναι τι κάνουμε από εδώ και στο εξής. Λύσεις υπάρχουν, αρκεί να θέλουμε να τις διεκδικήσουμε. Απέναντι στην κυνική αντιμετώπιση μιας κυβέρνησης που περιπαίζει τους πολίτες που την εμπιστεύτηκαν – αλλά ουδέποτε της έδωσαν τη νομιμοποίηση για τέταρτο, δυσβάσταχτο μνημόνιο – οφείλουμε να απαντήσουμε με συγκεκριμένο σχέδιο που θα δώσει ελπίδα και προοπτική στη χώρα. Προοδευτικές, δημοκρατικές, ρεαλιστικές λύσεις, συγκροτημένες προτάσεις, στρατηγική που θα επιβάλλει τη συναίνεση σε όλες τις φιλοευρωπαϊκές, δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου.

Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με βασικό πυλώνα την επανεκκίνηση της ανάπτυξης, με ενίσχυση της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης ως αναπτυξιακών πόλων για την παραγωγική αναδιάρθρωση. Δίνοντας προτεραιότητα στις ξένες επενδύσεις, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την εξωστρέφεια, την αύξηση της παραγωγικότητας στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, την αξιοποίηση και όχι ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Με ανασυγκρότηση της μικρομεσαίας επιχείρησης, που είναι η ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Με ενίσχυση της διαφάνειας και διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος, ώστε να εμπνέει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία. Και, πρωτίστως, με σεβασμό στον πολίτη, που πρέπει να τίθεται στο επίκεντρο κάθε αναπτυξιακής πολιτικής.

Advertisements

Πνοή αλλαγής, αέρας σοσιαλδημοκρατίας

Άρθρο μου Στο Καρφί

Η μεγάλη εκλογική νίκη του Εμμανουέλ Μακρόν για την γαλλική προεδρία σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τη Γαλλία, αλλά και για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία γενικότερα. Τη θέση του φόβου παίρνει τώρα η ελπίδα, το καινούργιο, το διαφορετικό. Η προοδευτική, ανθρωποκεντρική προσέγγιση έρχεται να αντικαταστήσει τον λαϊκισμό, τον διχασμό και την εσωστρέφεια. Απέναντι στις πρόσφατες συντηρητικές επιλογές της Μεγάλης Βρετανίας αλλά και των ΗΠΑ, η Ε.Ε. διαθέτει πλέον ένα ισχυρό αντίβαρο που ενισχύει τη σοσιαλδημοκρατία και προμηνύει αλλαγή στην πορεία της Ευρώπης.

Τί σημαίνει όμως αυτό για την Ελλάδα; Σαφώς το ισχυρό ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, που ευελπιστούμε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης απέναντι στην πολιτική λιτότητας που ακολουθήθηκε ως τώρα – με τα γνωστά δυσμενή αποτελέσματα. Όμως είναι επίσης σαφές ότι ούτε ο κ. Μακρόν, ούτε μια πιθανή επικράτηση του κ. Σουλτς στη Γερμανία, μπορούν να αποτελέσουν πανάκεια για τα προβλήματα της χώρας, ούτε βεβαίως να εμπνεύσουν εφησυχασμό.

Στην Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων, εξάλλου, έχει αποδειχθεί περίτρανα ότι δεν υπάρχουν Μεσσίες ή από μηχανής θεοί για θα δώσουν μαγικές λύσεις. Το είδαμε στη δήθεν «ηρωική» διαπραγμάτευση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που λίγο έλειψε να μας θέσει εκτός Ευρώπης και που εξακολουθεί να μας φορτώνει νέα μνημόνια, επιπλέον μέτρα, περαιτέρω λιτότητα.

Βλέπουμε, άλλωστε, καθημερινά το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα της ψευδεπίγραφης «πρώτη φορά αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ να καταρρέει. Η κυβέρνηση συνεχίζει σταθερά την πρακτική του άκρατου λαϊκισμού που ακολουθεί κατά κόρον τα τελευταία χρόνια: το μαύρο γίνεται άσπρο ως δια μαγείας, οι ευθύνες μετατίθενται στους προηγούμενους και τους επόμενους, τα λάθη και οι παραλείψεις κρύβονται πίσω από σκανδαλολογία και φθηνές κινήσεις εντυπωσιασμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί για άλλη μια φορά αντιπερισπασμούς για να συγκαλύψει την παταγώδη αποτυχία του, ντύνοντας τα νέα επίπονα μέτρα με τον μανδύα πλασματικών «αντίμετρων». Επαίρεται, χωρίς ίχνος αιδούς, για τη μείωση του αφορολόγητου σε ανήκουστα επίπεδα και για τον ασφαλιστικό Αρμαγεδδώνα στον οποίο οδηγεί εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους και συνταξιούχους, προσφέροντας ως αντάλλαγμα συσσίτια και εικονική παροχολογία. Εξαπολύει για άλλη μια φορά δριμύ κατηγορώ εναντίον της αντιπολίτευσης, γιατί αρνούμαστε να υπερψηφίσουμε τα δήθεν αντίμετρα, που συνοδεύουν μια συμφωνία αχρείαστη, η οποία μας έχει εγκλωβίσει στο δίλημμα: Grexit ή διαρκής λιτότητα.

Το μόνο που καταφέρνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι να τροφοδοτεί τον λαϊκισμό, να υποδαυλίζει τον διχασμό, να δυναμιτίζει τη συναίνεση και να φτωχοποιεί ολοένα και περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Ούτε, βεβαίως, προσφέρει λύσεις στα προβλήματα του Έλληνα πολίτη που έχει γονατίσει από τις περικοπές των εισοδημάτων του, την υπερφορολόγηση, την εισφοροεπιδρομή, την ανεργία.

Αν, λοιπόν, θέλουμε η πνοή αλλαγής στην Ευρώπη να φυσήξει και στη χώρα μας, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να την προκαλέσουμε.

Απέναντι στην ακατάσχετη σκανδαλολογία του ΣΥΡΙΖΑ, μόνο και μόνο για αντιπερισπασμό από τα πραγματικά προβλήματα, να απαντήσουμε με λύσεις για το σήμερα. Απέναντι στο δηλητήριο, να απαντάμε με λόγο ενωτικό, προοδευτικό. Με σοβαρές, συγκεκριμένες προτάσεις, για ένα νέο σχέδιο για την Ελλάδα. Αυτό είναι το καθήκον κάθε σοβαρής και υπεύθυνης πολιτικής δύναμης που σέβεται τον εαυτό της αλλά – πρωτίστως – τους πολίτες που την εμπιστεύονται.  Αυτό είναι το ζητούμενο για τη Δημοκρατκή Συμπαράταξη, τους αυθεντικούς εκπροσώπους της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα.

Βασική μας προτεραιτότητα αυτή τη στιγμή είναι οι ξεκάθαρες απαντήσεις στους πολίτες που υποφέρουν, που αναζητούν φως στο τούνελ της παρακμής και απελπισίας στην οποία έχουν περιέλθει με ευθύνη της κυβέρνησης.  Ένα δικό μας «σχέδιο Ελλάδα», ρεαλιστικό και πραγματοποιήσιμο, στο οποίο θα συναινέσουν όλες οι δημοκρατικές ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις.

Αν, τελικά, έχουμε κάτι να αποκομίσουμε από την θριαμβευτική νίκη του κ. Μακρόν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές, αυτό δεν θα πρέπει να είναι πρωτίστως το τί θα σημάνει για τη χώρα μας η αλλαγή των συσχετισμών δυνάμεων στην Ευρώπη, αλλά η επικράτηση του νέου – του πραγματικά νέου – επάνω στο παλιό: στον λαϊκισμό, τον παλαιοκομματισμό, τον διχασμό, την άρνηση της συναίνεσης. Η επικράτηση του νέου προσώπου της σοσιαλδημοκρατίας που συντελείται και στην Ελλάδα, με εκφραστές όλους τους προοδευτικούς, δημοκρατικούς πολίτες που ενισχύουν τον μετασχηματισμό της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε μια δυνατή, ευρωπαϊκή, σοσιαλδημοκρατική παράταξη που θα επιβάλει νέα ισορροπία στο πολιτικό σύστημα, που θα επιβάλει τη συναίνεση και τη συνεννόηση.

Τώρα που αλλάζει ο κόσμος, μόνη λύση η ενότητα στην Ευρώπη

Άρθρο μου στην Athens Voice

Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τη χώρα μας ως τον «αδύναμο κρίκο» της Ευρώπης. Δεν είμαστε, εξάλλου, σε θέση ισχύος, ώστε να έχουμε δυνατή φωνή στα κέντρα αποφάσεων της Ε.Ε. – είτε πρόκειται για την οικονομική, είτε για την εξωτερική πολιτική. Στην εποχή της κρίσης, των μνημονίων και της λιτότητας εξάλλου, η – σχεδόν αποκλειστική – ενασχόληση με τα «δικά μας» είναι εν μέρει δικαιολογημένη.

Τη στιγμή, όμως, που εγείρονται σοβαρά ζητήματα για την ενότητα και το μέλλον όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και όλου του Δυτικού κόσμου, οφείλουμε να κοιτάζουμε και την ευρύτερη εικόνα. Το πολιτικό σύστημα να είναι σε επαγρύπνηση, ώστε η ενδοσκόπηση να μην μετατραπεί σε στρουθοκαμηλισμό.

Θα είναι τεράστιο σφάλμα να παραβλέψουμε τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες στο παγκόσμιο περιβάλλον και τον σαφή αντίκτυπο που θα έχουν όχι μόνο στην Ε.Ε. αλλά και σε εθνικό επίπεδο. Η ομιλία του νεοεκλεγέντα Προέδρου των ΗΠΑ κ. Τραμπ δεν άφησε περιθώρια θετικών ερμηνειών των προθέσεών του σε ό,τι αφορά την πολιτική που θα ακολουθήσει. Σε ευθεία αντίθεση με όλους τους προκατόχους του που ευαγγελίζονταν ενότητα και ειρήνη, ο κ. Τραμπ σπέρνει τον φόβο και τον διχασμό, με μια ρητορεία που διακατέχεται από βαθύτατο εθνικισμό και περιφρόνηση των εντός και εκτός συνόρων «αντιπάλων» του.

Στη διελκυστίνδα που δημιουργείται στο παγκόσμιο στερέωμα, η Ενωμένη Ευρώπη δεν μπορεί να μείνει με τα χέρια σταυρωμένα, ειδικά δεδομένου ότι η στάση του αμερικανού ηγέτη δεν είναι η μοναδική απειλή στην ενότητα των 27. Οι δηλώσεις της βρετανής πρωθυπουργού Τερέζα Μέι εν όψει των διαπραγματεύσεων για την εφαρμογή του Brexit δεν είναι ευοίωνες σε ό,τι αφορά την συνέχιση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα είναι ότι το βάρος της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης δυστυχώς έχει πλήξει κυρίως τους πιο αδύναμους, δίνοντας την ευκαιρία στα αυτοαποκαλούμενα «αντισυστημικά» κόμματα να επιχειρούν την αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, με τον ευρωσκεπτικισμό να αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα και την φασίζουσα δεξιά να τρίβει τα χέρια της.

Χρειάζονται τολμηρές αποφάσεις, γενναίες δράσεις και αυτοκριτική. Αυτοκριτική για όσα λάθη μας έφεραν ως εδώ, αυτοκριτική γιατί οι μεγάλοι της Ευρώπης άφησαν την οικονομία να περάσει πάνω από το «πτώμα» της ενοποίησης και της εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού στερεώματος.  Και δράσεις που δημιουργούν ένα δίχτυ ασφαλείας σε όλους τους Ευρωπαίους, κοινωνική προστασία για όλους και χρηματοδότηση για ανάπτυξη σε κάθε γωνιά της Ευρώπης. Και βέβαια σε ένα τέτοιο μεταβαλλόμενο πλαίσιο, η Ευρώπη δε θα πρέπει παραλείψει να θωρακιστεί απέναντι σε κάθε απειλή προς την πολιτική συνοχή της, κι αυτό είναι ευθύνη όλων των κρατών-μελών, όσο μικρή κι αν είναι η δύναμή τους.

Όταν λοιπόν ο Τραμπ  ρωτάει «Ευρώπη; Ποιά Ευρώπη;» όλοι όσοι αγωνιούμε για τον νέο κόσμο που δημιουργείται, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιτάξουμε την Ευρώπη της ελευθερίας, των δικαιωμάτων, της αλληλεγγύης και της προόδού. Στην πράξη όμως, όχι μόνο μόνο στα λόγια πια.

 

Η πολυφωνία και η ελευθεροτυπία «στο καναβάτσο»

άρθρο μου στο liberal.gr

Τις προηγούμενες μέρες παρακολουθήσαμε με συγκίνηση έναν από τους καλύτερους και δημοφιλέστερους προέδρους των ΗΠΑ, τον Μπαράκ Ομπάμα, να απευθύνει αποχαιρετιστήριο διάγγελμα πριν αποχωρήσει από την προεδρία. Τη συγκίνηση διαδέχθηκε η αποστροφή, όταν την επόμενη μέρα είδαμε τον διάδοχό του Ντόναλντ Τραμπ να επιτίθεται σε δημοσιογραφικούς οργανισμούς σε συνέντευξη τύπου.

Ίσως το περιστατικό να περνούσε απαρατήρητο στη χώρα μας αν δεν είχε συμπέσει με την πολύκροτη αγωγή του κ. Καμμένου εναντίον του γελοιογράφου και δημοσιογράφου Ανδρέα Πετρουλάκη που πριν δύο χρόνια …τόλμησε να του ασκήσει κριτική, αλλά και με τις συλλήψεις των δημοσιογράφων κκ. Κουρτάτη και Τζένου των «Παραπολιτικών».

Οι παραλληλισμοί είναι προφανείς, και οποιαδήποτε σύγκριση με τον γνωστό για τις ακραίες συντηρητικές αντιλήψεις του νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των ΗΠΑ (γνωστό, μεταξύ άλλων, και για τις πολυάριθμες δικαστικές διαμάχες στις οποίες έχει πρωταγωνιστήσει, μεταξύ των οποίων και αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση), σίγουρα δεν θα ήταν τιμητική για οποιονδήποτε δημοκρατικό πολίτη, πόσω μάλλον για τον εταίρο της υποτιθέμενης «πρώτης φορά αριστερής» κυβέρνησης της χώρας μας.

Δικαίως λοιπόν η υπόθεση έχει σηκώσει κύμα συμπαράστασης προς τους εν λόγω δημοσιογράφους και διαμαρτυρίας για την πρακτική που επιλέγει να ακολουθήσει ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ. Γιατί δεν συζητάμε για την ηθική βλάβη που υποτίθεται ότι υπέστη ο ίδιος από το δημοσίευμα – εξάλλου κάθε Έλληνας πολίτης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της προστασίας της προσωπικότητάς του. Όμως εδώ μιλάμε για ένα ακόμη δείγμα της καθεστωτικής συμπεριφοράς που διακρίνει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε κάθε έκφανσή της. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το ότι ούτε ένα στέλεχος της κυβέρνησης δεν καταδίκασε την κίνηση του Πάνου Καμμένου.

Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση και τα στελέχη της επιτίθενται στην τέταρτη εξουσία. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα χειραγώγησης του τηλεοπτικού τοπίου με τον αντισυνταγματικό νόμο Παππά, έρχεται μία ακόμη προσπάθεια εκφοβισμού των δημοσιογράφων, ένα ακόμη χτύπημα εναντίον της ελευθεροτυπίας, εναντίον του ίδιου του Συντάγματος που προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της νοοτροπίας των κυβερνώντων, που απέχουν πολύ από την βαρύγδουπη δήλωση του Πρωθυπουργού ότι αποτελούν «κάθε λέξη του Συντάγματος».

Η κατάθεση της εν λόγω αγωγής από τον κ. Καμμένο εναντίον του δημοσιογράφου και του ειδησεογραφικού ιστότοπου που φιλοξενούσε το δημοσίευμα δεν πηγάζει από την δήθεν πληγείσα τιμή και υπόληψη ενός πολιτικού που έχει βασίσει όλη την πορεία του στο διχαστικό λόγο, τα ψέμματα και το μίσος, αλλά από την αλαζονεία που διακρίνει αυτές τις πρακτικές του ιδίου αλλά και την κυβέρνηση στην οποία μετέχει.

Μακράν, λοιπόν, απέχουν οι πρακτικές που ακολουθεί η δήθεν αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από οποιαδήποτε αριστερή, δημοκρατική αντίληψη. Οι κυβερνώντες, όπως φαίνεται, κόπτονται πολύ περισσότερο για τα «ατομικά δικαιώματα» των τρομοκρατών που αλωνίζουν και οργανώνουν δολοφονικές επιθέσεις ανενόχλητοι, απ’ ότι για το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση.

Αριστερά δεν είναι η φίμωση της αντίθετης άποψης ούτε η «τιμωρία» όσων ασκούν κριτική. Ακόμη κι όταν η κριτική αυτή δεν είναι αρεστή. Ο αυταρχικός κατήφορος της κυβέρνησης δυστυχώς βάζει στο καναβάτσο, για μία ακόμη φορά, την πολυφωνία, την ελευθεροτυπία και, εν τέλει, την ίδια τη δημοκρατία.

 

Τέλος στον εθνικό διχασμό

Άρθρο μου στην Athens Voice


Πριν δύο χρόνια, τέτοιες μέρες, οδηγηθήκαμε εκβιαστικά σε εθνικές εκλογές εξαιτίας της δίψας του ΣΥΡΙΖΑ για εξουσία με κάθε κόστος. Τις οικονομικές συνέπειες της καταστροφικής διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τις βιώνουμε όλοι στην τσέπη μας, στην καθημερινότητά μας.

Όμως τα αποτελέσματα της ανεύθυνης στάσης που άσκησαν οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, από την πρώτη στιγμή που η κρίση χτύπησε την πόρτα μας, είναι βαθύτερα, μακροβιότερα και ακόμη πιο καταστροφικά για τους Έλληνες πολίτες: οδηγηθήκαμε σε έναν πρωτοφανή εθνικό διχασμό. Είτε τον χρωματίζουμε με χαρακτηριστικά «παλιού» εναντίον «νέου», είτε παίρνει τη μορφή του άκρως επικίνδυνου «ή αυτοί ή εμείς», δυστυχώς η νοοτροπία που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια και έχει δηλητηριάσει τη συλλογική μας συνείδηση ευθύνεται, τελικά, για τον φαύλο κύκλο από τον οποίο ακόμη αναζητούμε διέξοδο.

Ο λόγος για τον οποίο δεν βγήκαμε δυνατότεροι μέσα από την κρίση, όπως όλοι ελπίζαμε ότι θα συνέβαινε τα πρώτα χρόνια της οικονομικής δυσχέρειας, δεν είναι μόνο η κακή διαπραγμάτευση ή η σκληρή στάση των δανειστών. Είναι το ότι η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου της χώρας, αντί να προτάξει το εθνικό συμφέρον και να αναδείξει τον καλύτερο εαυτό του, επιδόθηκε σε κατασκευή τεχνητών αδιεξόδων, κανιβαλισμό και κοκορομαχίες, έδωσε προτεραιότητα σε μικροκομματικές σκοπιμότητες και προσωπικά συμφέροντα και δίχασε με το χειρότερο τρόπο τον ελληνικό λαό.

Αν διερωτώμαστε γιατί αδυνατούμε να ορθοποδήσουμε τα τελευταία 6 χρόνια, η απάντηση είναι μπροστά μας: πώς να μπορέσει να ξαναπάρει ο Έλληνας πολίτης την τύχη του στα χέρια του, όταν έχει «εκπαιδευτεί» από τους κομματικούς διαξιφισμούς να αντιμετωπίζει τον διπλανό του ανταγωνιστικά, ή ακόμη και εχθρικά;

Ο συγκρίσεις με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. που κατάφεραν να βγουν από τα μνημόνια είναι ντροπιαστικές για όλους μας. Τι κατόρθωσαν η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος; Απλά, αυτό που δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε πράξη εμείς: να συνεργαστούμε και συνεννοηθούμε σε συναινετικές λύσεις, παραμερίζοντας τα κομματικά συμφέροντα. Να επιδείξουμε στοιχειώδη εθνική υπευθυνότητα. Και αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να επιτευχθεί ως μεμονωμένη πρωτοβουλία.

Το επιχείρησε από την πρώτη στιγμή το ΠΑΣΟΚ, και αντί για ευήκοα ώτα βρήκε απέναντί του κλειστές πόρτες. Αντί για συναίνεση και συνεννόηση, όπως ζητούμε ανελιπώς από το 2010, αντιμετωπίσαμε είτε λυσσαλέα αντιπολίτευση είτε στείρα άρνηση, μπροστά σε μία τεράστια πρόκληση που αν μη τι άλλο επέβαλε ενότητα και εθνική ομοψυχία.

Το γεγονός ότι ο διχασμός γεννήθηκε από τις πολιτικές δυνάμεις δεν σημαίνει ότι το τέλος του θα έρθει απαραίτητα από αυτές. Ο πολιτικός κόσμος της χώρας όμως οφείλει να είναι η αφετηρία του. Δεν είναι μόνο εθνική υποχρέωση, είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη ουδέποτε δείλιασε μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις, και η νέα εθνική συμφιλίωση είναι το μεγάλο στοίχημα που μπορούμε και πρέπει να κερδίσουμε. Το χρωστάμε όχι μόνο στην ιστορική μας πορεία, στη σοσιαλδημοκρατία και στις αρχές και αξίες που πρεσβεύει, αλλά σε κάθε προοδευτικό πολίτη που μας εμπιστεύτηκε διαχρονικά και περιμένει από εμάς να αρθούμε για άλλη μια φορά στο ύψος των περιστάσεων.

Μοναδικός τρόπος για να αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων ειναι να ενισχυθεί η Δημοκρατική Συμπαράταξη, η αυθεντική κεντροαριστερά. Η παράταξη που έκανε τις σημαντικότερες τομές στη νεότερη ελληνική ιστορία, που έφερε το κοινωνικό κράτος, που έβαλε τον πολίτη στο επίκεντρο και τα αιτήματά του στο προσκήνιο. Η μόνη παράταξη που μπορεί να δώσει ξανά λύσεις στα προβλήματα του ελληνικού λαού, ο οποίος κουράστηκε να παρακολουθεί μια ανίκανη κυβέρνηση να βουλιάζει τη χώρα σε περαιτέρω ύφεση, φοροεπιδρομή, περικοπές συντάξεων και εισοδημάτων και ανεργία, και μια ανεύθυνη αντιπολίτευση που μοναδική πρόταση που εκφράζει είναι μια εκ νέου εκλογική αναμέτρηση.

Η μοναδική παράταξη, εν τέλει, που μπορεί να εμπνεύσει ξανά την ενότητα, τη σύμπνοια και τη συνεργασία, να φέρει τέλος στον εθνικό διχασμό και να ανοίξει τον δρόμο προς την ανάκαμψη, είναι η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Και ο μόνος τρόπος να βγούμε από την κρίση και τα μνημόνια είναι να επιβάλλουμε τη συναίνεση ανάμεσα σε όλες τις δημοκρατικές, φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις του τόπου.