Η τοποθέτηση μου στην Κεντρική Πολιτική Επιτροπή του Κινήματος Αλλαγής

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Φίλες και φίλοι,

Βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο της πορείας μας. Μιλάμε συχνά για την ανάγκη εξωστρέφειας . Σωστά. Αυτό όμως συμβαίνει γιατί υπάρχει πρόβλημα που εκφράζεται με τις οργανώσεις μας που υπολειτουργούν, με την κατήφεια των χιλιάδων ανθρώπων που μας έδωσαν με την ψήφο τους άλλη μια ευκαιρία να προχωρήσουμε μπροστά παρά τις απογοητεύσεις και τους προβληματισμούς τους. Εκφράζεται όμως και από την στάση της κοινωνίας που δεν δείχνει ιδιαίτερα πρόθυμη να ακούσει τις προτάσεις μας.

Σ΄όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις φαίνεται μια πτώση των ποσοστών μας κατά 2% -2.5% . Αυτό το στοιχείο δε, παντρεύεται με το κλίμα που συναντάμε στις περιοδείες μας, στην συζήτηση με στελέχη της παράταξης που ανοίγουν την καρδιά τους. Αυτά πρέπει να μας απασχολήσουν, να διερευνήσουμε τα αίτια, να δούμε πως πορευόμαστε. Κατά την άποψή μου, δεν έχουμε το δικαίωμα να δηλώνουμε γενικά ικανοποιημένοι.

Επιτρέψτε μου να καταθέσω ορισμένες σκέψεις, πάντα με θετική διάθεση συνεισφοράς στην παράταξη και εκφράζοντας την αγωνία μου για το την πορεία μας :

  1. Ο κόσμος της παράταξης είναι κουρασμένος, έχει ζήσει τα πάντα. Ας σκεφτούμε πως ξεκίνησε η συζήτηση για ένα νέο κόμμα της Κεντροαριστεράς, πως συγκροτήθηκε το ΚΙΝ.ΑΛ. μέσα από εύθραυστες ισορροπίες, αντίρροπες δυνάμεις και διορισμένα όργανα, τι συνέβη στην συνέχεια και που καταλήξαμε. Τα αναφέρω, γιατί η ψήφος στις εκλογές του Ιουλίου δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση και δεν είχε κανένα χαρακτήρα λευκής επιταγής. Επίσης, γιατί κάθε καθυστέρηση, κάθε λάθος συσσωρεύεται στην προηγούμενη πορεία και κουράζει, αποστασιοποιεί δυνάμεις μας.

  1. Στις εκλογές του Ιουλίου είχαμε μια αξιοπρεπή παρουσία, καταγραφήκαμε με το 8.1 % ως η τρίτη πολιτική δύναμη, μέσα σε δύσκολες συνθήκες ασφυκτικής πίεσης. Μπορούμε να προχωρήσουμε με σαφή στρατηγική και δυναμισμό. Ωστόσο, δεν είναι σωστό να εμφανίζουμε αυτό το ποσοστό και ως κάποια τεράστια επιτυχία, ούτε ως δείγμα ανοδικής πορείας.  Από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι τον Ιούλιο του 2019 χάσαμε συνολικά κοντά 2.500.000 ψήφους. Αυτή είναι η αλήθεια.  Ακούω το επιχείρημα, ότι αφού τον Ιανουάριο του 2015 το ΠΑΣΟΚ πήρε 4.6% και τώρα 8%, βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Πρόκειται για δημιουργική λογιστική .

Τον Ιανουάριο του 2015 το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πήρε 289.469 ψήφους ( 4.68%) , με το ΚΙ.ΔΗ.ΣΟ.  153.557 ψήφους ( 2.15%) . ΑΘΡΟΙΣΜΑ : 442.026 ψήφους ( 7.15%) . Σ΄αυτά ας ληφθεί υπόψη ότι το ΠΟΤΑΜΙ είχε πάρει 373.924 ψήφους ( 6.05%). Άρα το σύνολο πάει 815.950 ψήφους( 15.15% )

ΤΩΡΑ , το ΠΑ.ΣΟ.Κ./ ΚΙΝ.ΑΛ. πήρε 457. 519 ψήφους(8%) Εν ολίγοις τα ΠΑ.ΣΟ.Κ. μαζί συν ολίγον από ΔΗ.ΜΑΡ. και ΚΙ.ΔΗ.ΣΟ.  πήραν τους ίδιους σχεδόν ψήφους με το 2015, ενώ συνέβησαν τόσα στο πολιτικό σκηνικό, μένοντας σε μια κατάσταση τέλματος. Αν δε ληφθούν υπόψη και οι ψήφοι του ΠΟΤΑΜΙΟΥ το 2015 , υπάρχει και ένα μείον 373.924 ψήφοι.

Ας μην ωραιοποιούμε λοιπόν τις καταστάσεις, γιατί αυτό αποτελεί την καλύτερη συνταγή μαρασμού και περιθωριοποίησης. Και από την άλλη ας μην καταστραφολογούμε γιατί αντέξαμε σε κάθε περίπτωση.

  1. Οι εκλογές αποτελούσαν μια μεγάλη ευκαιρία για ένα come back. Αυτό όμως δεν έγινε.

 Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν απομονωμένος, το 65% ήταν οργισμένο μαζί του. Το κυρίαρχο λαϊκό αίτημα ήταν «Φύγετε». Το ΚΙΝ.ΑΛ. έπρεπε να τολμήσει να κολυμπήσει σ΄αυτό το λαϊκό ποτάμι, να διεκδικήσει το μερτικό του τουλάχιστον σε διψήφιο επίπεδο και τον ρόλο του στην επιστροφή στην κανονικότητα, στην οριστική στην συνέχεια ήττα του λαϊκισμού, στην ανάταξη της χώρας.

Δεν το κάναμε. Εμφανιστήκαμε χωρίς γραμμή που να πείθει, με συνεχείς « διορθώσεις » της τακτικής που θόλωναν την πρότασή μας. Ο λαός ήθελε αλλαγή με το ΚΙΝ.ΑΛ. να παίζει ενεργό ρόλο. Στο τέλος έδωσε αυτοδυναμία στην Ν.Δ. για να σιγουρέψει ότι δεν θα επιτραπούν « παιχνίδια» με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από κάποιους που έγιναν εσχάτως αντιδεξιοί αλά δεκαετία του ΄80. Στο ΚΙΝ.ΑΛ. έδωσε 457.519 ψήφους. Ήταν μια συγκομιδή που οφείλεται αποκλειστικά στον πατριωτισμό, στην ψυχή μιας ταλαιπωρημένης παράταξης, χιλιάδων ανθρώπων που οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα για να τους εκπροσωπούμε επάξια.

Έτσι δεν καταφέραμε τον βασικό εκλογικό μας στόχο που ήταν η αλλαγή συσχετισμών ανάμεσα στο ΚΙΝ.ΑΛ. και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που θα επέτρεπε να επανέλθουμε ως η ηγεμονική δύναμη στον χώρο της Κεντροαριστεράς.

Επιτρέψτε μου δε να επισημάνω, πως ο χειρισμός του Ε. Βενιζέλου στην καρδιά της εκλογικής μάχης φάνηκε εκ των πραγμάτων και εκ του αποτελέσματος ότι δεν βοήθησε.

  1. Και τώρα; Πως προχωράμε;

Α. Υπάρχει χώρος για να αναπτυχθούμε, για να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας, για να καλύψουμε το χαμένο έδαφος. Ας αφήσουμε όμως καταρχήν  τις λογικές ότι όλοι μας χτυπάνε. Ακόμη κι αν είναι αλήθεια ταιριάζουν σ΄άλλους πολιτικούς χώρους. Και ο κόσμος δεν πρόκειται να επιστρέψει σε εμάς  απλώς με αυτό το επιχείρημα.

Εμείς πρέπει να ασχολούμαστε με το τι κάνουμε εμείς.

Κατ΄αρχάς υπάρχει ένας ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που παρά την φλυαρία του για μετάλλαξη και άλλα σπουδαία συνεχίζει να είναι ένα κόμμα βαθειά λαϊκίστικο, χωρίς να έχει καταλάβει ότι έχασε συντριπτικά σε τρεις εκλογικές μάχες, με εμφανή αδυναμία να αρθρώσει ένα νέο, σύγχρονο λόγο. Είναι ζαλισμένος, αμήχανος, επιρρεπής σε εσωτερικές συγκρούσεις, υπόλογος απέναντι στον λαό για επικίνδυνα παιχνίδια με τους θεσμούς,

Υπάρχει μια Κυβέρνηση της ΝΔ, που παρά τα ανοίγματα της και την προσπάθεια να εμφανιστεί έτοιμη και με σίγουρη επιτυχία δεν μπορεί να κρύψει τον συντηρητισμό του κορμού της Ν.Δ και την ανετοιμότητα να  αντιμετωπίσει κορυφαία προβλήματα όπως την εξασφάλιση μιας σταθερής Ανάπτυξης, το Μεταναστευτικό και μια Κυβέρνηση που δεν δείχνει να επιδιώκει τον διάλογο για σειρά θεμάτων που θα έπρεπε να διεκδικεί συναινέσεις.

Αυτά τα δύο κόμματα έχουν πείσει δυνάμεις του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς. Αυτή είναι η πρόκληση για εμάς. Να πείσουμε ότι εμείς είμαστε ο πόλος, η δύναμη που έχει και προωθεί χρήσιμες λύσεις για την κοινωνία.

Β. Αυτό δεν μπορούμε να το επιτύχουμε με μια στάση ετεροπροσδιορισμού ή ίσων αποστάσεων που δεν πείθουν κανένα. Αναπτύσσονται και πάνε μπροστά εκείνες οι δυνάμεις που έχουν σύγχρονη ατζέντα, θέσεις για τα προβλήματα που αγγίζουν την κοινωνία, αφήγημα για το μέλλον της χώρας. Που ορίζουν τα πεδία της αντιπαράθεσης  και των διαχωριστικών γραμμών που επαναπροσδιορίζονται στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης.

Οι δυνάμεις που απλά ασκούν ανέξοδη κριτική, που θέλουν να εμφανίσουν μια ανούσια αριστεροσύνη, απλά περιθωριοποιούνται . Πολύ φοβάμαι ότι μας σπρώχνουν σε μια ψευτοαριστερή φυσιογνωμία, την στιγμή που θέλουν όλο το υπόλοιπο γήπεδο για να το μοιράζονται Ν.Δ. και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Αν το επιτύχουν, θα βρεθούμε ενώπιον μεγάλων αδιεξόδων.

Εδώ πρέπει να ρίξουμε το βάρος μας. Στην διαμόρφωση μίας σύγχρονης ταυτότητας και θέσεων που να αντιστοιχούν στην ανάγκη μίας σύγχρονης Κεντροαριστεράς και να ανταποκρίνεται στην εξυπηρέτηση των αναγκών της μεσαίας τάξης και της νεολαίας. Το να κάνεις κριτική για το Μεταναστευτικό δεν λέει τίποτα. Το να πεις τι θα έκανες αν ήσουν Κυβέρνηση μετράει. Το ίδιο ισχύει για όλα τα θέματα.

Χρειάζεται καθαρό στίγμα. Χρειάζεται καθαρότητα θέσεων. Δεν είναι δυνατόν για κρίσιμα, για μείζονα ζητήματα το ΚΙΝ.ΑΛ. να τοποθετείται στη Βουλή με ΠΑΡΩΝ. Είτε είμαστε υπέρ είτε είμαστε κατά, χωρίς να φοβόμαστε εάν θα ταυτιστούμε είτε με τον ένα είτε με τον άλλο. Εάν έχουμε ξεκάθαρη θέση μπορούμε να το κάνουμε. Το παρών δεν σημαίνει τίποτε απολύτως και δείχνει αμηχανία και έλλειψη θέσης. Εγώ δηλώνω ότι δεν μπορώ για σοβαρά θέματα να τοποθετηθώ ξανά ως βουλευτής με παρών.

Γ.  Πρέπει να δούμε το άνοιγμα της λειτουργίας μας σε δυνάμεις που σήμερα αισθάνονται ότι δεν έχει νόημα να απευθυνθούν στην ηγεσία του κόμματος, ότι δεν εισακούγονται. Υπάρχει ένα ανεξάντλητο στελεχιακό δυναμικό από τους χώρους της Αυτοδιοίκησης, των Επιμελητηρίων, των κινημάτων, των Γραμμάτων και των Τεχνών, της διανόησης. Υπάρχουν δεκάδες πρώην Βουλευτές, Υπουργοί. Η αξιοποίηση, η αφύπνιση, η ενεργοποίησή  όλου αυτού του δυναμικού θα ήταν μια ωστική δύναμη. Αυτό πρέπει να κοιταχθεί ξεχωριστά. Δυστυχώς, καλώς ή κακώς υπάρχει η αίσθηση ότι όλα γίνονται από ένα ολιγομελές επιτελείο, πέραν του οποίου δεν υπάρχουν περιθώρια ουσιαστικής συμμετοχής . Αυτό περιορίζει τις δυνατότητές μας .

Επίσης είναι πολύ ενοχλητικό και προκαλεί ζημιά να διαρρέεται ότι κάποιοι από εδώ μέσα συνομιλούν με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είτε με την Ν.Δ. Κάνουμε κριτική που η Κυβέρνηση δεν δείχνει διάθεση συναινέσεων για σειρά θεμάτων και παντού να λέγεται ότι δεν έχει νόημα να ασχολούνται μαζί μας για το θέμα π.χ του εκλογικού Νόμου, αφού έτσι κι αλλιώς και συμφωνία να υπήρχε, δύο βουλευτές μας δεν θα ψήφιζαν το αποτέλεσμα μίας Συμφωνίας; Μήπως πρέπει να είμαστε πιο ειλικρινείς τουλάχιστον μέσα στην Κεντρική Επιτροπή;

Αυτές είναι κάποιες σκέψεις που ήθελα να καταθέσω. Θα μπορούσα να πω κι άλλα. Αυτά αρκούν όμως για αυτή την στιγμή.

Σε κάθε περίπτωση μοναδικός μου στόχος είναι να συμβάλω θετικά στην ανοδική πορεία του χώρου μας κάτι που πιστεύω με όλη μου την καρδιά ότι είναι απολύτως εφικτό εάν διορθώσουμε τα λάθη μας και κινηθούμε δυναμικά μπροστά.

Η διαφορετική άποψη και η καλόπιστη κριτική υπήρξε διαχρονικά οξυγόνο για την παράταξη και δεν μπορεί να ποινικοποιείται.

Ας μιλήσουμε λοιπόν ανοιχτά και καθαρά γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ξαναβρούμε το δρόμο μας και κυρίως την αληθινή συντροφικότητα μας.

ΚΠΕ 01

Η τοποθέτηση μου από το βήμα της Ολομέλειας του Κοινοβουλίου για το Πολυνομοσχέδιο.

 

Αναλυτικά το κείμενος της ομιλίας μου:

«Μπαίνουμε σε μια νέα κοινωνική εποχή. Ταυτόχρονα μπαίνουμε σε μια νέα πολιτική εποχή. Η επαναδιατύπωση του δικαίου και της ισότητας, η επαναθεμελίωση της αλληλεγγύης και ο εκ νέου ορισμός των δικαιωμάτων συνεπάγεται τη σύνδεση ανάμεσα στην πρακτική της δημοκρατίας, δηλαδή την εύρεση των κανόνων για να ζούμε μαζί, το στοχασμό για τη δικαιοσύνη, και τη διαχείριση της κοινωνικής σφαίρας. Συνεπάγεται ακόμα μια διαφορετική αντίληψη για την ίδια την έννοια της μεταρρύθμισης.

Ερχόμαστε σήμερα να αποδεχτούμε ένα πολυνομοσχέδιο που αγγίζει σχεδόν όλα τα Υπουργεία με ρυθμούς fast forward εισηγμένα με τη μορφή του επείγοντως.

Ποια άραγε, κύριε Υπουργέ,  είναι η στροφή στην κανονικότητα που διατείνεστε για επικοινωνιακούς προφανώς σκοπούς; Μήπως εννοείτε επιστροφή στην δική σας κανονικότητα, βαδίζοντας στα γνώριμα μονοπάτια των κυβερνήσεων της παράταξής σας;

Το γεγονός ότι επανήλθατε στην εξουσία με αυτοδύναμη κυβέρνηση, δεν σας καθιστά «σύγχρονους προφήτες», ούτε σας επιτρέπει να αποπροσανατολίζετε την κοινωνία.

Ερχόμαστε σήμερα να ψηφίσουμε ένα πολυνομοσχέδιο που παίζει επικίνδυνα με τα όρια συνταγματικότητας. Που μας κάνει έντονα να διερωτόμαστε αν εν έτη 2019 τίθεται υπό αμφισβήτηση η δύναμη της ψήφου των Ελλήνων Πολιτών, αν όροι συνυφασμένοι με τα θεμέλια της Δημοκρατίας όπως «πλειοψηφία» και «μειοψηφία» πρέπει να αντικατασταθούν με νέους όρους σχετικών, αναλογικών πλειοψηφιών υπό το δημοκρατικό πέπλο της «σύμπραξης» και μάλιστα χωρίς πρόβλεψη για προγραμματισμό.

Αντιλαμβανόμαστε πως το πρώτο μέρος του Πολυνομοσχεδίου σας, ορίζει ότι δύο ή περισσότερες δημοτικές ή περιφερειακές παρατάξεις μπορούν να συμπράξουν, εφόσον μια από αυτές είναι η παράταξη με την οποία έχει εκλεγεί ο Δήμαρχος ή ο Περιφερειάρχης.

Η εκ νέου αλλαγή έχει στόχο να διασφαλίσει την πλειοψηφία του Δημάρχου στις Επιτροπές  Οικονομικών και Ποιότητας Ζωής. Μάλλον δεν αντιλαμβάνεστε πως η παρούσα αλλαγή στους κόλπους της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί Δυναμίτη στην λειτουργία της αντιπροσωπευτικότητας της κοινωνίας μας, υπό το πρόσχημα της «κυβερνησιμότητας» των Δήμων.

Περνώντας στο επόμενο μέρος του πολυνομοσχεδίου, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προχωρά σε αλλαγές  στο πανεπιστημιακό άσυλο, οι οποίες καταρχήν είναι θετικές, δεν αποφεύγει όμως στην παράγραφο 3 του νομοσχεδίου να διολισθήσει στην λογική «νόμος και τάξη».

Πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός πως το θέμα του ασύλου αποτελεί το μοναδικό ζήτημα στο νομοσχέδιο που αφορά στη λειτουργία των ΑΕΙ και την αναβάθμιση των πανεπιστημίων.

Το Κίνημα Αλλαγής προκειμένου να δοθεί ένα τέλος στις αρνητικές καταστάσεις στα ΑΕΙ, έχει ήδη προτείνει την επαναφορά σε ισχύ του άρθρου 3 του Ν. 4009/2011. Διάταξη που είχε τότε ψηφιστεί από την Βουλή με  μεγάλη πλειοψηφία. Διάταξη που προστατεύει πλήρως κατά το Σύνταγμά μας, την ελεύθερη διδασκαλία, την έρευνα, τις ακαδημαϊκές ελευθερίες.

Και περνάμε στο τρίτο μέρος, τις πολυσυζητημένες αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα.

Προφανώς, οι διατάξεις των άρθρ. 95 και 96 του υπό συζήτηση πολυνομοσχεδίου δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο παρά τυπική κύρωση της ΠΝΠ της 27.06.2019, που είχε εκδοθεί από την προηγούμενη Κυβέρνηση, για τη διόρθωση παροραμάτων και σφαλμάτων των ΠΚ και ΚΠΔ, που ψηφίστηκαν άρον-άρον λίγα 24ωρα πριν κλείσει η προηγούμενη Βουλή.

Θα το ξαναπώ: εμείς θα εμμείνουμε στην άποψή μας πως σε ότι αφορά στην ποινική νομοθεσία, υπάρχει σοβαρός λόγος να επανεξεταστούν και να διορθωθούν μια σειρά από διατάξεις -ιδίως του ΠΚ.

Διατάξεις – που μπορούν να έχουν επικίνδυνες ή αδικαιολόγητα ευμενείς συνέπειες για δράστες βαριών εγκλημάτων, πράξεις τρομοκρατίας κ.α.

Και αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει με συνοπτικές, νομοθετικές διαδικασίες.

Γιατί οποιαδήποτε αλλαγή στην ποινική νομοθεσία, λόγω της μεγάλης σπουδαιότητας στο επίπεδο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ασφάλειας των πολιτών, θα πρέπει να τύχει ευρείας διαβούλευσης και να εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή πολιτική αποδοχή.

Εμμένουμε στην άποψή μας ότι είναι αναγκαίες περισσότερες «σημειακές αλλαγές» στους νέους Κώδικες, σε σύντομο χρόνο.

Και προς αυτήν την κατεύθυνση καλούμε τον κ. Υπουργό να μας δώσει σαφές χρονοδιάγραμμα των επόμενων ενεργειών.

Ανάλογο χρονοδιάγραμμα απαιτείται και για την ουσιαστική και αποτελεσματική ενεργοποίηση των διατάξεων για την κοινωφελή εργασία, που με το άρθρο 98 αναστέλλεται επ’ αόριστον.

Πρέπει το υπουργείο να τοποθετηθεί με σαφείς δεσμεύσεις για το πότε και πώς σκοπεύει να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη και επιτυχή εφαρμογή του θεσμού, που είναι από τις πλέον επιτυχείς διατάξεις των νέων Κωδίκων και προφανώς εμείς  υποστηρίξαμε εξ αρχής.

Κυρίες και κύριοι συνάδερφοι  εμβάθυνση της δημοκρατίας και κοινωνική πρόοδος, οφείλουν από εδώ και στο εξής να συμβαδίζουν. Εμείς το θέλουμε και το κάναμε πράξη.

Εσείς θα το υλοποιήσετε εμπράκτως ή την έννοια του συμπράττειν την περιορίζετε μόνο σε άρθρα νομοθετικού περιεχομένου;».

Η ομιλία μου στη Βουλή κατά την συζήτηση για το σχέδιο νόμο για το «Επιτελικό Κράτος»

 

Αναλυτικά το κείμενο της ομιλίας:

«Κύριε Πρόεδρε,

Κύριε Υπουργέ,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδερφοι,

Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποια ή κάποιος σε αυτή την αίθουσα που να μην πιστεύει πως ο εκσυγχρονισμός του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, αποτελεί αδήριτη ανάγκη, αναγκαία προτεραιότητα και προϋπόθεση για να καταφέρει η χώρα να ξεφύγει από τη στασιμότητα, να επουλώσει τις πληγές της από την δεκαετή κρίση και να βαδίσει προς την ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη και σεβασμό στον πολίτη.

Παρά το γεγονός ότι όλοι αναγνωρίζουμε αυτή την αναγκαιότητα, μιας μεγάλης δηλαδή μεταρρύθμισης, δυστυχώς δεν έχουμε καταφέρει μέχρι στιγμής ως πολιτικό σύστημα να συμφωνήσουμε σε ένα ολοκληρωμένο, συνολικό σχέδιο με τρεις, όπως πιστεύω, βασικούς άξονες: το επιτελικό κράτος- το χτύπημα της γραφειοκρατίας και την αποκέντρωση, με την μεταφορά σημαντικών αρμοδιοτήτων στην Αυτοδιοίκηση.

Τελικά, είναι θέμα πολιτικής βούλησης και δυστυχώς ούτε οι κυβερνήσεις του Σύριζα, ούτε η κυβέρνηση της ΝΔ σήμερα δείχνουν να έχουν αυτή την πολιτική βούληση, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση.

Σε γενικές γραμμές αντιμετωπίζουν το κράτος ως κομματικό λάφυρο.

Εισάγεται σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής, ένα νομοσχέδιο, που σκοπό του έχει βάσει των λεγόμενων του Υπουργού «την αναβάθμιση των θεσμών συνολικά έτσι ώστε η δημοκρατία να βρει ένα σύγχρονο αποτύπωμα».

Αλλαγές στη δημόσια διοίκηση έγιναν κατά περιόδους πολλές και σημαντικές, με κορυφαίες, τον ΑΣΕΠ, την Διαύγεια και σοβαρές τομές στην Αυτοδιοίκηση που όλες φέρουν την σφραγίδα του ΠΑΣΟΚ. Όμως η μεταρρύθμιση των μεταρρυθμίσεων παραμένει ακόμη ζητούμενο, δηλαδή η αναμόρφωση του ελληνικού δημοσίου με τη δημιουργία ενός πραγματικά επιτελικού κράτους.

Αυτό απαιτεί συνολικό, τολμηρό σχέδιο με στόχους, καθώς και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα σύνδεσης των δράσεων με τους στόχους.

Αναμφίβολα η κρίση ανέδειξε εντονότερα τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης. Αυτό που ακούμε συνέχεια από τους πολίτες είναι ότι δεν υπάρχει κράτος ή ότι δεν λειτουργεί το κράτος. Και ακριβώς αυτό είναι το μεγάλο θέμα, στο οποίο καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις.

Με το παρόν Σχέδιο Νόμου, η κυβέρνηση της ΝΔ  παρακάμπτει κατακτήσεις της ελληνικής πολιτείας όπως είναι η δημόσια διαβούλευση. Καταθέτει σήμερα νομοσχέδιο για το επιτελικό κράτος, χωρίς να έχει αναρτήσει το εν λόγω νομοσχέδιο για διαβούλευση στο opengov».

Κύριε Υπουργέ είχατε πολύ χρόνο στη διάθεσή σας για να ενημερώσετε τους πολίτες για το νομοσχέδιο. Γιατί δεν το κάνατε; Υπηρετεί αυτό  τις αρχές της καλής νομοθέτησης;

Σε αυτά βέβαια που πρέπει να αναγνωρίσουμε στα θετικά είναι  πως  ο κος Υπουργός άκουσε κι έκανε δεκτές αρκετές αλλαγές της Αντιπολίτευσης, όπως προέκυψαν από την συζήτηση στην επιτροπή. Όμως, κε Υπουργέ,  αυτό δεν αλλάζει την ουσία.

Αξιοσημείωτο πάντως παραμένει, πως προτάσσεται ως στόχος  του νομοσχεδίου, η αποπολιτικοποίηση των θέσεων και η εύρυθμη λειτουργία του κράτους. Πώς ακριβώς το ορίζετε αυτό κε Υπουργέ;

Να σας θυμίσω μόνο, σε ό,τι αφορά τον νόμο της προηγούμενης κυβέρνησης (4369/2016) για τους μόνιμους γενικούς γραμματείς πενταετούς θητείας, που ως αντιπολίτευση  είχατε εντόνως  καταγγείλει, κατηγορώντας την τότε κυβέρνηση για βιογραφικά υποψηφίων που βρίσκονταν σε υπουργικά γραφεία, έρχεστε τώρα και τοποθετείτε, τους δικούς σας  γενικούς γραμματείς να αναλάβουν καθήκοντα στα υπουργεία, επιμένοντας πως  οι θέσεις αυτές είναι πολιτικές, δηλαδή κάνετε αυτό που κατηγορούσατε!!!

Κύριε Υπουργέ, αν πιστεύετε πως θα λύσετε τα χρόνια προβλήματα που ταλανίζουν την δημόσια διοίκηση, απλά δίνοντας υπερεξουσίες στο Πρωθυπουργικό γραφείο, κι ενισχύοντας ένα υπερσυγκεντρωτικό πρωθυπουργικοκεντρικό μοντέλο, με προσωπικό μάλιστα που αποτελείται από 440 υπαλλήλους,  ή μήπως τελικά περισσότερους;

Αν πιστεύετε πως θα επέλθει η αποκομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, απλώς με το να ορίζετε υπηρεσιακούς γενικούς γραμματείς, που ναι, είναι θετικό μέτρο, όμως δημιουργείτε όργανα με αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, με τους γενικούς και ειδικούς γραμματείς, και χωρίς στην ουσία να μειώνετε ούτε τον αριθμό των γραμματέων, ούτε τον αριθμό των μετακλητών, παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις σας.

Αν νομίζετε πως πατάσσετε την γραφειοκρατία με το να διαμηνύετε πως  «Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από την υπηρεσιακή διοίκηση, διότι εμπιστεύεστε τη δημοσιοϋπαλληλία» και την ίδια στιγμή να ψαλιδίζετε αρμοδιότητες κρατικών μονάδων με πρακτική και συμβολική αξία.

Αν νομίζετε ότι αποτελεί μεταρρύθμιση η για πρώτη φορά υπαγωγή στην έννοια του κεντρικού κράτους των ανεξάρτητων αρχών, κάτι που είναι νομικά και συνταγματικά άτοπο και  η κατάργηση του θεσμού του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης.

Εμείς με βεβαιότητα και μετά λύπης σας λέμε, πως με αυτό το σ/ν και τις περισσότερες ρυθμίσεις του, κάνετε μια τρύπα στο νερό.

Σε συνθήκες δημοσιονομικής ανελαστικότητας και χρονικής πίεσης θα έλεγε κάποιος πως απαιτείται ένα «μεταρρυθμιστικό Big Bang» στη δημόσια διοίκηση. Όχι αποσπασματικές διευθετήσεις, που συντείνουν στην υπερσυγκέντρωση της κρατικής δομής, ενώ στόχος θα έπρεπε να είναι η αποκέντρωση και η απλοποίηση των διαδικασιών. Αλλά μια διαρκής εφαρμογή στην πράξη προτύπων διαδικασιών που αναπροσαρμόζονται αναλόγως των αποτελεσμάτων.

Εμείς, το Κίνημα Αλλαγής, έχουμε πάγια θέση ότι το κράτος έχει ανάγκη από  ένα συνολικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο.

α) Χρειαζόμαστε τη σύσταση ενός συντονιστικού κέντρου διακυβέρνησης για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο του κυβερνητικού έργου και της δημόσιας διοίκησης.

β) Είναι αναγκαία η αναμόρφωση των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων με την αναδιάρθρωση των οργανωτικών τους δομών.

γ) Είναι επίσης απαραίτητη η διάκριση των αρμοδιοτήτων της κεντρικής διοίκησης αφενός σε υποστηρικτικές και επιτελικές, που ασκούνται από τα κεντρικά Υπουργεία και αφετέρου σε εκτελεστικές, που θα αποκεντρώνονται σταδιακά στα κατά τόπους και καθ’ ύλην αρμόδια όργανα και ιδιαίτερα στην Αυτοδιοίκηση.

Κυρίες και Κύριοι ,

Η μεταρρύθμιση στο Δημόσιο είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ επιβεβλημένη. Για να γίνει όμως πραγματικότητα, απαιτούνται όχι απλώς συνεννόηση, όχι fast track νομοσχέδια, αλλά εθνική συνεννόηση και συνέργεια. Αν αυτά υπάρχουν τότε είναι βέβαιη και η επιτυχία.

Δυστυχώς όμως κάτι τέτοιο δεν επιτυγχάνεται με το παρόν νομοσχέδιο».