Το κόστος της μη ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ

Κοινό άρθρο με τον Nils Schmid* στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»

Η 24η Φεβρουαρίου θα μείνει χαραγμένη στην ιστορία. Η  επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας αποτελεί σημείο καμπής. Η  εισβολή του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία διαλύει κάθε ψευδαίσθηση που είχαν έως τώρα οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ως προς τις φιλοδοξίες του να αποκαταστήσει την επιρροή της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή.

Η Ρωσία έδειξε ότι συνιστά απειλή για την ασφάλεια. Κατά συνέπεια, ο πόλεμος του Πούτιν πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά: με αναβαθμισμένες αμυντικές δαπάνες, συντονισμένες δράσεις των ευρωπαϊκών χωρών για ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας και διεύρυνση διεθνών συμμαχιών. Η εισβολή επιταχύνει και επαναπροσδιορίζει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων των κυβερνήσεων σε πρωτοφανή κλίμακα στην Ευρώπη. Για τις χώρες που γειτνιάζουν με τη Ρωσία καθίσταται  όλο και πιο σαφές το πιθανό κόστος μη ένταξης στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Αναδύεται λοιπόν στην Ευρώπη, μια νέα δυναμική όσον αφορά στη συμμετοχή σε θεσμούς και στρατηγικές συμμαχίες.

Ας δούμε για παράδειγμα τη μεταστροφή της Γερμανίας. Ο Γερμανός Καγκελάριος Όλαφ Σολτς μιλώντας ενώπιον του Γερμανικού Κοινοβουλίου, αποκάλεσε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία «αλλαγή εποχής» καθώς πλέον αναθεωρούνται ριζικά οι προτεραιότητες στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και η αμυντική ατζέντα του Βερολίνου. Παραδοσιακά ουδέτερες χώρες όπως η Σουηδία και η Φινλανδία εξετάζουν το ενδεχόμενο να υποβάλουν αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ. 

Η δημοκρατία στην Ευρώπη, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ένταξη στο ΝΑΤΟ απειλούνται από τη Ρωσία. Οι γενναίοι πολίτες της Ουκρανίας και ο στρατός της δεν υπερασπίζονται απλώς την κυριαρχία της χώρας τους και την ελευθερία τους να επιλέγουν δημοκρατικά κυβέρνηση, συμμαχίες και προοπτικές. Υπεραμύνονται ευρύτερα  της ελευθερίας της έκφρασης, της επιθυμίας για ειρηνική συνύπαρξη και του κράτους δικαίου.

Ο πόλεμος αυτός όμως  είναι και ένας εκούσιος αυτο-αποκλεισμός της Ρωσίας από τις ευρωπαϊκές αξίες, το κράτος δικαίου και τον σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας των γειτονικών χωρών. Επιπρόσθετα, πυροδότησε μια νέα συζήτηση γύρω από την ευρωπαϊκή ταυτότητα και τους λόγους που έχει μια χώρα να είναι ή να θέλει να γίνει μέλος της ΕΕ. Η συζήτηση για τη διεύρυνση παίρνει νέα τροπή.

Είναι πλέον η κατάλληλη στιγμή για τον επαναπροσδιορισμό της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η νέα κατάσταση ασφαλείας ανοίγει τον δρόμο για μια ολοκληρωμένη επανεκτίμηση των πολιτικών προτεραιοτήτων και έναν χάρτη πορείας προς την υλοποίησή τους. Η επίθεση ενώνει τα κράτη μέλη της ΕΕ σε τομείς πολιτικής που θεωρούνταν έως πρόσφατα «άβατο», π.χ. οι κανονισμοί για το προσφυγικό και το άσυλο, το σύστημα διατραπεζικής επικοινωνίας SWIFT, καθώς και η συντονισμένη δράση κατά Ρώσων ολιγαρχών σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η επίθεση φανέρωσε  στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής σε ολόκληρη την Ευρώπη τους κινδύνους όταν στο Κρεμλίνο κυριαρχεί ένα απολυταρχικό καθεστώς. Υπογράμμισε επίσης στους πολίτες ολόκληρης της ηπείρου ότι αν θέλουμε δημοκρατία πρέπει και να την υπερασπιζόμαστε. Η επιθυμία πολλών Ουκρανών να ενταχθεί η χώρα τους στην ΕΕ μπορεί, επίσης, να δώσει νέα πνοή στη διαδικασία και τις προϋποθέσεις ένταξης άλλων χωρών, κυρίως στα Δυτικά Βαλκάνια.

Όσον αφορά στην ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, οι κατευθυντήριες αρχές πρέπει να είναι ο περαιτέρω εκδημοκρατισμός, η εγκαθίδρυση του κράτους δικαίου και η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση και τη βελτίωση των δημοκρατικών θεσμών και των μηχανισμών της δικαιοσύνης, η υποστήριξη της κοινωνίας των πολιτών και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελούν κορυφαίες προτεραιότητες στη διαδικασία ένταξης. Οι χώρες αυτές πρέπει να απομακρυνθούν από την πολιτική επιρροή χωρών εκτός ΕΕ (όπως η Κίνα, η Ρωσία ή η Τουρκία).

Η επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη αποτελεί κρίσιμο ορόσημο. Ο Πούτιν θέλει να επαναχαράξει τα σύνορα στον χάρτη της ηπείρου με τη βία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να τηρήσει τις υποσχέσεις της για μια Ευρώπη ακέραιη και ελεύθερη.

*Nils Schmid είναι Βουλευτής του SPD και Υπεύθυνος Εξωτερικής Πολιτικής

H Κυβέρνηση μένει άπρακτη και αμήχανη απέναντι στο τσουνάμι ακρίβειας που πλήττει τα λαϊκά εισοδήματα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το τελευταίο χρονικό διάστημα τα θέματα που μονοπωλούν το ενδιαφέρον των πολιτών και μέσων ενημέρωσης είναι η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός. Δεν μπορεί να εκπλήσει κανένα αυτή η κατάσταση.

Όταν η βενζίνη έχει φτάσει στα 2,50 ευρώ και οδεύει στα 3 ευρώ, όταν με 50 ευρώ βάζεις σχεδόν 20 λίτρα καυσίμου και το ρεζερβουάρ παραμένει περισσότερο μισοάδειο από ότι μισογεμάτο, τότε ναι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

Το αυτοκίνητο από ένα βασικό και απαραίτητο εργαλείο δουλειάς τείνει να μετατραπεί σε είδος πολυτελείας.

Ο πληθωρισμός ανεβαίνει σε επίπεδα ρεκόρ και ο κάθε Έλληνας το αισθάνεται καλά όταν πηγαίνει να ψωνίσει σε ένα  μαγαζί, σε ένα supermarket και βλέπει τα καταναλωτικά να αυξάνονται συνέχεια.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση  η κυβέρνηση έχει μπλοκάρει, παραμένει άπρακτη και άτολμη να πάρει μέτρα. Ακόμα και τα όποια μέτρα έχει πάρει ανά διαστήματα, τα έχει πάρει με καθυστέρηση με αποτέλεσμα η ακρίβεια να « τα έχει φάει» εκ των προτέρων. Κοιτάει την εκρηκτική άνοδο της τιμής της βενζίνης και ο χρόνος περνάει  δηλώνοντας ότι ΘΑ κάνουμε ανακοινώσεις, όταν ΘΑ είμαστε έτοιμοι.

Δεν προχωράει σε τολμηρά μέτρα που μπορούν να δώσουν ανάσα, όπως η μείωση του φόρου καυσίμων και καταναλωτικών προϊόντων έστω πρώτης ανάγκης.

Την ίδια ώρα στη Γερμανία απέναντι στις πρωτοφανείς αυτές αυξήσεις, ευελπιστώντας να ανακουφίσει οικονομικά τους δικούς της πληγέντες πολίτες, η Κυβέρνηση προχώρησε σε μείωση του φόρου κατανάλωσης και στην εισαγωγή μηνιαίου ενιαίου εισιτηρίου για όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς ύψους 9 μόλις ευρώ.

Εμείς εδώ πάλι, περιμένουμε κάποιες ανακοινώσεις, αγνώστου περιεχομένου…

Προς ενημέρωση σας πάντως, η αντίστοιχη κάρτα μεταφορών χρονικής διάρκειας 30 ημερών στην Ελλάδα κοστίζει 27 ευρώ. 9 ευρώ στο Βερολίνο, 27 στην Αθήνα με μέσα και υπηρεσίες προβληματικές και υποδεέστερου επιπέδου.

Οι μέχρις στιγμής κυβερνητικές αντιδράσεις στις εκάστοτε κρίσεις και διλήμματα που εκλήθη να διαχειριστεί δείχνουν αν μη τι άλλο μια γενικότερη βραδύτητα, συνοδευόμενη από εμμονές. Κυβερνητικές εμμονές δυστυχώς οι οποίες έχουν αντίκτυπο στο σύνολο της κοινωνίας. Εδώ και τώρα είναι αναγκαία η λήψη γενναίων μέτρων που να στηρίζουν την κοινωνία απέναντι σ΄ αυτό το τσουνάμι ακρίβειας που πλήττει το επίπεδο ζωής των πολιτών.

Πριν μπω στο θέμα του σχεδίου νόμου θα ήθελα να επισημάνω ένα σημερινό δημοσίευμα της Καθημερινής, που είχε αφορμή απάντηση του Υπουργείου Εσωτερικών  σε ερώτηση του ΠΑΣΟΚ. Για την ιθαγένεια των παιδιών της δεύτερης γενιάς ο λόγος.  Υπάρχουν αιτήσεις που εκκρεμούν από το 2017 και 2018 σε Αθήνα και Κεντρική Μακεδονία. 

Είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει και οφείλεται στη δραματική υποστελέχωση των υπηρεσιών που ελπίζω να μην είναι πολιτική επιλογή. Θα αποδείξετε πως δεν είναι αν λύσετε το θέμα γρήγορα.    

Πάμε τώρα στο παρόν νομοσχέδιο. Μιλάω για το μεταναστευτικό, το οποίο μας απασχολεί ήδη, αλλά φαίνεται ότι θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα και στο πολύ άμεσο μέλλον. Για νέες μεταναστευτικές ροές κάνουν λόγο οι ειδικοί και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, με την γείτονα χώρα την ίδια ώρα να κλιμακώνει την ένταση ενόψει καλοκαιριού, να εμφανίζεται όλο και πιο επιθετική φτάνοντας στο σημείο να απειλεί ακόμα και τα νησιά μας, αποκαλύπτοντας όλο και περισσότερο τον αναθεωρητισμό της.

Δυστυχώς όλα δείχνουν ότι προμηνύεται ένα ιδιαίτερο θερμό καλοκαίρι από κάθε άποψη, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η χώρας μας καλείται να αντιμετωπίσει αλλά και να ανταπεξέλθει σε πολλά ταυτόχρονα πεδία, με κορυφαίο αυτό της αμφισβήτησης της κυριαρχάις μας.

Στις προκλήσεις από έξω, απαντάμε ενωμένοι.

Η Ελλάδα δεν παρασύρεται από τέτοιες δηλώσεις και προκλήσεις, είναι ισχυρή δύναμη στην περιοχή, με ισχυρές συμμαχίες και μέλος του ΝΑΤΟ. Αποτελεί δύναμη ειρήνης και ευθύνης στην ευρύτερη περιοχή.

Ταυτόχρονα οφείλουμε να δείχνουμε τον Τουρκικό τυχοδιωκτισμό και να απαιτούμε κυρώσεις εις βάρος της και βέβαια να σταματήσουν εδώ και τώρα την προώθηση εξοπλισμού στην Τουρκία από χώρες της Ε.Ε. Πρόκειται για κάτι αδιανόητο αυτό που συμβαίνει αυτή την στιγμή από σειρά χωρών ανάμεσά τους η Γερμανία και η Ισπανία.

Το φαινόμενο της μετανάστευσης και της προσφυγιάς δεν τελειώνει. Και δεν τελειώνει με κυβερνητική απόφαση όπως περίπου υπονόησε πρόσφατα ο πρωθυπουργός.

Η επιμονή της κυβέρνησης για την εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας ξενίζει υπό τις παρούσες συνθήκες. Η Τουρκία πρέπει να αναλάβει το σύνολο των ευθυνών της στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και αυτό δεν τίθεται σε διαπραγμάτευση.

Δεν μπορεί να υποκύπτουμε σε εκβιασμούς. Ακόμη περισσότερο δεν μπορούμε να θυσιάζουμε εθνικά μας θέματα με αντάλλαγμα προσωρινές διευθετήσεις.

Η Κοινή Δήλωση μπορεί να προβλέπει υποχρεώσεις της Τουρκίας για την αποτροπή των παράτυπων μετακινήσεων αλλά προβλέπει και ανταλλάγματα.

Το 2016, με ευθύνη άλλης κυβέρνησης προφανώς, η Τουρκία κατάφερε να συνδέσει τη συνεργασία της με την ΕΕ για θέματα προσφύγων και μεταναστών με όλη σχεδόν την ευρωτουρκική ατζέντα. Χωρίς δεσμεύσεις για τα δικά μας εθνικά θέματα.

Με απλά λόγια, αν εφαρμοστεί από τη μεριά της Τουρκίας σε σχέση με την αποτροπή των παράτυπων εισόδων θα πρέπει να απελευθερωθεί η visa για τους Τούρκους πολίτες, να προχωρήσει η τελωνειακή ένωση ακόμα και να δοθεί το πράσινο φως για την επέμβαση σε συριακό έδαφος για να δημιουργηθεί ουδέτερη ζώνη που θα εξυπηρετεί τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Τουρκίας με οδυνηρές συνέπειες για τους πληθυσμούς Κούρδων που ζουν στην περιοχή.

Αυτό θέλουμε;  Ας σοβαρευτούμε.

Ειδικά αυτή τη δύσκολη εποχή που υπάρχουν διαρκείς προκλήσεις και τίθενται ακόμη και θέματα κυριαρχίας για τα νησιά μας.   

Στις προκλήσεις απαντάμε ενωμένοι. Να μην αυτοπαγιδευόμαστε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το προς ψήφιση λοιπόν νομοσχέδιο αποτελεί εν τοις πράγμασιν την κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών καθώς και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών.  Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για τη χρησιμότητα των κωδικοποιήσεων της νομοθεσίας.

Είναι αυτονόητα πράγματα αυτά.

Αλλά δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε πως είναι η δεύτερη φορά που κωδικοποιείται η συγκεκριμένη νομοθεσία από την ίδια κυβέρνηση. 30 μήνες πέρασαν από τότε που ψηφίστηκε ο νόμος 4636/19 και τότε, θυμίζουμε πως είμασταν, επί της αρχής, θετικοί.  Πάνω από 100 αλλαγές υπέστη αυτός ο νόμος. 

Καταργήσατε, κατ’ αποτέλεσμα, τη δική σας νομοθεσία, τη σκορπίσατε και τώρα την κωδικοποιείτε πάλι.

Αλλά, σας το είπε και ο εισηγητής μας,  δεν λάβατε υπόψιν πως η ενωσιακή νομοθεσία είναι υπό διαμόρφωση στο πλαίσιο της συζήτησης για το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.

Ούτε καν διαγνώσατε την ανάγκη να τροποποιήσετε το πλαίσιο της προσωρινής προστασίας που υπάρχει από το 2006 και ενσωματώνει ευρωπαϊκή οδηγία του έτους 2001. Πριν φέρετε τις διατάξεις για κωδικοποίηση.

Κύριε  Υπουργέ,

σήμερα διανύουμε το σωτήριο έτος 2022. Πολλά έχουν αλλάξει από

τότε και πολλά δεν ανταποκρίνονται στα σημερινά δεδομένα.  Και ακόμη χειρότερα, το ζήτημα της προσωρινής προστασίας είναι επίκαιρο. Εφαρμόζεται στα δεκάδες χιλιάδες γυναικόπαιδα που κατέφυγαν στη χώρα μας μετά τη ρωσική εισβολή.  Ακούμε μεγάλα λόγια για την προστασία τους αλλά στην ουσία γίνονται ελάχιστα.

Σε αντίθεση με άλλα κράτη που εμπράκτως επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή στη διαχείριση των εισροών της συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων, στην περίπτωση μας απουσιάζει κάποιο αντίστοιχο ολοκληρωμένο πρόγραμμα. Τους στέλνετε, και προφανώς δεν πάνε, να μείνουν σε δομές αποκομμένες από τον αστικό ιστό.

Καμία άλλη παροχή, καμία ενίσχυση.

 Ήδη, όσοι φιλοξενούν ανθρώπους από την Ουκρανία βλέπουν την αδιαφορία της κυβέρνησης, την έλλειψη υποστήριξης, σε μια εποχή που η ακρίβεια πλήττει τους πάντες. Και βλέπουμε επίσης και κάτι που δεν μας αρέσει καθόλου. 

Και ρωτώ;  Τι νόημα έχει η διάταξη που υποχρεώνει τους δικαιούχους προσωρινής προστασίας να εργάζονται μόνο στο νομό που αρχικά καταγράφηκαν; Γιατί δεν αναγνωρίζεται την ανάγκη να προστατευθούν οι μονογονεϊκές οικογένειες, γιατί δεν υπάρχει καν αναφορά στον μεγάλο κίνδυνο του trafficking;

Υπάρχει μια, σε επίπεδο ρητορικής, θετική αντιμετώπιση των ουκρανών εκτοπισμένων από την κυβέρνηση σε αντιπαράθεση με τους άλλους πρόσφυγες που βρίσκονται στη χώρα.

Μην κρύβεστε πίσω από παχιά λόγια και μην επενδύετε στο διχασμό. Έχετε την ίδια υποχρέωση να παρέχετε πραγματική προστασία σε όσους βρίσκονται στη χώρα, ως αιτούντες άσυλο, ως πρόσφυγες ή ως δικαιούχοι προσωρινής προστασίας.

Χωρίς διακρίσεις που θυμίζουν πρόσφατες εποχές που δεν θέλουμε να επανέλθουν.  Ως σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος που έχει οδηγό του το διεθνές δίκαιο και το Σύνταγμα του.  

Καλή λοιπόν και χρήσιμη η κωδικοποίηση, αλλά καλύτερες οι πολιτικές απαντήσεις για τα θέματα που υπάρχουν. Πρώτα αυτές οι απαντήσεις, μετά οι απαιτούμενες αλλαγές και μετά η κωδικοποίηση.

Αυτή είναι η σωστή σειρά.

Και δεν είναι μόνο θέμα πολιτικών ή ιδεολογικών διαφορών.  Θέλω να πιστεύω ότι η αβελτηρία σας να αντιμετωπίσετε τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού δεν έχει ιδεολογική αφετηρία. Μπορεί να είναι θέμα επικοινωνιακού σχεδιασμού αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως διαφωνείτε να καλυφθούν με νόμιμους εργάτες οι ανάγκες που υπάρχουν. Όπως δεν πιστεύω πως διαφωνείτε να μάθουν ελληνικά οι πρόσφυγες και να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία.

Εμείς έχουμε μια κομβική διαφωνία, υπήρχε από το 2016, στο θέμα της εφαρμογής της Κοινής Δήλωσης ΕΕ- Τουρκίας. Δεν θέλουμε να υπάρχει όλο το βάρος της διαχείρισης στα σύνορα και στον Έβρο. 

Δεν είναι θέμα ποιότητας δομών αυτό.

Είναι θέμα νομοθεσίας. Η νομοθεσία και οι πολιτικές επιλογές εγκλωβίζουν. Και σήμερα μπορεί να μην υπάρχει μεγάλος πληθυσμός αλλά η επιμονή στη διαδικασία ενέχει ένα ρίσκο που δεν θέλουμε. Θεσμικά πρέπει να τελειώσουν οι Μόριες. 

Και δεν το κάνατε ούτε προτίθεστε να το κάνετε. Διαφωνούμε λοιπόν.

Είναι το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας υποδοχής και ασύλου αυτό που χωροθετείτε στα σύνορα.  Και όσο η χωροθέτηση παραμένει στα σύνορα τότε οι διατάξεις που περιέχει ο σημερινός κώδικας σε σχέση με την ένταξη, την εκπαίδευση, την απασχόληση, την κατάρτιση παραμένουν κενό γράμμα.  Σε συνθήκες εγκλεισμού δεν γίνονται αυτά.

Είπε ο υπουργός πως καταργεί τις δομές, τα διαμερίσματα στην Αθήνα.  Δημιουργείται η αίσθηση πως υπάρχει πρόβλημα ασφάλειας λόγω όσων φιλοξενούνται αξιοπρεπώς. Το πρόβλημα υπάρχει επειδή υπάρχουν άστεγοι, επειδή υπάρχουν άνθρωποι χωρίς χαρτιά σε μια γκρίζα ζώνη ή τελείως αόρατοι.

Μίλησε για αποσυμφόρηση των νησιών ο υπουργός. Μην κρυβόμαστε. Για να αδειάσουν οι δομές, προσωρινά ώστε να δεχτούν οι κάτοικοι των νησιών την κατασκευή νέων δομών, έφυγαν χιλιάδες άνθρωποι που δεν είχαν πάρει άσυλο. Αυτοί είναι στους δρόμους, άνδρες, γυναίκες, παιδιά οικογένειες.  Όταν κλείσουν οι δομές και τα διαμερίσματα στην Αθήνα θα συνεχίσουν να παραμένουν στους δρόμους.

«Η πολιτική έχει ανάγκη την γυναίκα, το θηλυκό μυαλό που γεννάει.»

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Η ειρηνική εξέγερση των θηλυκών Sapiens»

Είναι πραγματικά μεγάλη η χαρά μου σήμερα να βρίσκομαι ανάμεσα σε εκλεκτούς προσκεκλημένους, αξιόλογους ανθρώπους από όλους τους χώρους και τα πεδία αλλά κυρίως φίλους για να μιλήσουμε με αφορμή το εξαιρετικό βιβλίο, το ξεχωριστής σημασίας, μεστό αυτό δοκίμιο της αγαπητής φίλης μου Άννας Καραμάνου.

Θα ήθελα με την ευκαιρία αυτή πριν μιλήσω για το βιβλίο να μιλήσω για τον άνθρωπο πίσω από αυτό το υπέροχο εγχείρημα, την φίλη μου Άννα, την οποία και οι περισσότεροι σήμερα εδώ γνωρίζετε.

Μία γυναίκα  με πλούσιο βιογραφικό όχι μόνο σε σπουδές αλλά και σε κοινωνική, συνδικαλιστική και πολιτική  δράση. Φιλόλογος και Πολιτικός Επιστήμονας με βαθιά γνώση των Ευρωπαϊκών Θεμάτων και κυρίως των Ζητημάτων Ισότητας και Φύλου τα οποία ανέδειξε ως Ευρωβουλευτής και πρόεδρος της FEMM, της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων και συνεχίζει να αναδεικνύει συνεχώς με την πολυσχιδή της δράση και πρόσφατα με το βιβλίο που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας. Αυτό το βιβλίο πρόκειται για άλλη μια προσφορά της Άννας Καραμάνου προς την κοινωνία, προς τις γυναίκες, προς όλους μας.

Θα ήθελα λοιπόν να πω κι εγώ με τη σειρά μου λίγα λόγια για την «Ειρηνική Εξέγερση των Θηλυκών Sapiens.  

Υπάρχουν τρεις λέξεις, τρεις φράσεις που δίνουν το στίγμα. Ειρηνική εξέγερση, sapiens που δίνει έμφαση στην ανθρωπινότητα των γυναικών που κάποτε αμφισβητήθηκε και «εξέγερση» που σημαίνει κίνηση, κίνημα.

Με αφορμή τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 και με αφετηρία τον Αγώνα της Ελευθερίας, ξετυλίγεται ένα συναρπαστικό ταξίδι των γυναικών και των αγώνων τους έως σήμερα.

Ας ξεκινήσουμε όμως από τον ίδιο τον τίτλο και ιδιαίτερα στις τρεις κομβικές λέξεις στις οποίες αναφέρθηκα.

Γιατί Sapiens; Όπως μας εξηγεί η συγγραφέας η χρήση του όρου είναι σκόπιμη προκειμένου να καταδείξει από τον ίδιο τον τίτλο ότι οι γυναίκες αποτελούν πάνω από το μισό του «σοφού γένους των ανθρώπων» εν συνόλω, των sapiens, τα δικαιώματα των οποίων  ωστόσο καταστρατηγήθηκαν για αιώνες από το άλλο μισό.

Και γιατί ειρηνική εξέγερση;  Γιατί η  έννοια της ειρηνικής εξέγερσης αναδεικνύει τη  συνέχεια και τη σταθερότητα του γυναικείου κινήματος και της παρουσίας του στο χωροχρόνο. 

Αυτό όμως που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι ότι το βιβλίο αυτό θέτει στο κέντρο τους αθέατους πρωταγωνιστές, τα ιστορικά υποκείμενα τα οποία σπάνια συμπεριλήφθηκαν στους τόμους ιστορίας που διδαχθήκαμε στο σχολείο και συνεχίζουμε να διδάσκουμε στα παιδιά μας.

Τις αφανείς ηρωίδες που θυσιάστηκαν ποικιλοτρόπως, ενσυνείδητα και συστηματικά καθ’ όλη την πορεία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας μας  και ειδικά στον πρώτο βηματισμό του Ελληνικού κράτους, συμμετέχοντας με όλη τους την καρδιά στο εθνικό όραμα.

Όραμα ωστόσο που αρχικά δεν τις συμπεριλάμβανε ως υπολογίσιμους και ορατούς  κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες. Και αυτός είναι ένας πολύ σπουδαίος προβληματισμός που διατρέχει το βιβλίο. Πώς και γιατί οι γυναίκες παρέμειναν αόρατα  πολιτικά και ιστορικά υποκείμενα  παρά την ενεργό συμμετοχή τους  στα μεγάλα και στα μικρά γεγονότα της ιστορίας.

Αν και καθυστερημένα ήρθε η στιγμή επιτέλους να τους αποδώσουμε την θέση που τους αξίζει, να αναγνωρίσουμε το ρόλο τους, να αναδείξουμε την καθοριστική συμμετοχή τους στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας μας αλλά και να προβληματιστούμε στο πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν τα θηλυκά sapiens είχαν ήδη από την αρχή το δημόσιο ρόλο που τους αξίζει.

Πράγματι, σήμερα, περισσότερο από ποτέ είναι αναγκαία μια βαθιά κατανόηση της ιστορίας μας, της διακοσάχρονης πορείας μας από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, μίας νέας προσέγγισης εθνικής αυτογνωσίας όπου η δικαιοσύνη των φύλων, όπως πολύ ορθά υπογραμμίζει η συγγραφέας, είναι ουσιώδες κομμάτι της αυτογνωσίας της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να προχωρήσει με αυτοπεποίθηση και σωφροσύνη.

Θα έλεγα λοιπόν ότι είναι πάντα επίκαιρο και ειδικά στις μέρες μας να προβληματιστούμε αναφορικά με την ειρηνική αυτή εξέγερση, με τις φεμινιστικες διεκδικήσεις που αρχίζουν από το 1829 με την ίδρυση του πρώτου σχολείου για κορίτσια,  σηματοδοτούνται με την τομή για τα πολιτικά δικαιώματα μόλις το 1952, κορυφώνονται το 1975 με την συνταγματική κατοχύρωση της ισότητας και το 1983 με το νέο Οικογενειακό Δίκαιο που θέσπισε η πρώτη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, βγάζοντας τις γυναίκες επίσημα και θεσμικά πλέον από έναν μακραίωνο κύκλο υποτίμησης και καταπίεσης.

Ωστόσο, αν και οι γυναίκες αριστεύουν σε όλους τους τομείς, στα πανεπιστήμια, στην έρευνα, στη δημόσια σφαίρα, συχνά τα παγιωμένα συστήματα εξουσίας εμμένουν σε μία άτυπη, ιερή συμμαχία διατήρησης των ανδρικών προνομίων.

Γι΄ αυτό λοιπόν και το παρόν βιβλίο έχει μία ιδιαίτερη σημασία να διαβαστεί από τη νέα γενιά ώστε να προβληματιστεί, να αναστοχαστεί  να αξιοποιήσει, όπως λέει η  Άννα Καραμάνου την ιερή παρακαταθήκη των πάμπολλων και συνεχών γυναικείων αγώνων και διεκδικήσεων.

Το βιβλίο λοιπόν αποτελεί μία άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική ανάγνωση όπου παράλληλα με τη γνώση των ιστορικών σταθμών προβάλλονται παράλληλα οι γυναικείοι αγώνες, η συνεισφορά τους στα ιστορικά γεγονότα και οι διεκδικήσεις τους. Θα ήθελα λοιπόν να σταθώ στα σημεία που μου έκαναν εντύπωση από τα έξι περιεκτικά κεφάλαια που το συναρθρώνουν.

Στο πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην ένοπλη εξέγερση των υπόδουλων Ελλήνων, εντύπωση για τις προωθημένες ιδέες του για τις γυναίκες, αποτελεί το έργο του Ρήγα, ιδέες που ενέπνευσαν πολλές αγωνίστριες  να συμμετάσχουν με κάθε τρόπο στον Αγώνα.

Παρά όμως την συμβολή τους μετά την απελευθέρωση τίθενται έγκλειστες στα σπίτια τους, ελεύθερες μεν από τον οθωμανικό ζυγό υπό την κυριαρχία δε των ανδρών τους. Επίσης πολύ ενδιαφέρουσα είναι η εκτενής αναφορά της συμβολής της Μαντως Μαυρογένους και της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Παρά τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στα πεδία των μαχών όμως καμία γυναίκα δεν κατορθώνει να προσεγγίσει τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Αντίθετα οι γυναίκες που πρωτοστάτησαν στην απελευθέρωση, απομακρύμθηκαν  από την δημόσια σφαίρα αμέσως μετά την Επανάσταση.

Στο δεύτερο κεφάλαιο μετά τη συζήτηση για τον ανατρεπτικό εκσυγχρονισμό του Καποδίστρια που διευκόλυνε τη γέννηση του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, ειδικό βάρος έχει η συζήτηση για τον πολιτισμικό δυϊσμό μεταξύ Δύσης και εξευρωπαϊσμού και κυρίως την ευθύνη της οθωμανικής κληρονομιάς που στήριξε διαχρονικά την κουλτούρα της εγχώριας πατριαρχίας, θέτοντας μία σειρά πολύ σημαντικών προβληματισμών όπως ποιούς πραγματικά αφορούσαν οι διακηρύξεις της ατομικής ελευθερίας του Διαφωτισμού.

Σίγουρα – όπως εύστοχα απαντά η συγγραφέας – όχι τις γυναίκες καθώς ο Διαφωτισμός αν και κίνημα βαθύτατα πολιτικό αγνόησε αν δεν υποτίμησε τις γυναίκες.

Αξιοσημείωτη πάντα είναι η αναφορά στο βαθύτατα ριζοσπαστικό κείμενο του Πλάτωνα, την Πολιτεία που υποστηρίζει ότι τα δύο φύλα πρέπει να μοιράζονται τον ίδιο τρόπο ζωής και οι γυναίκες παρά τα ήθη της εποχής αναγνωρίζονται ως ισότιμες  να κυβερνήσουν, να πολεμήσουν και να φιλοσοφήσουν όπως οι άντρες.  

Οι ιδέες αυτές απηχούν ήδη στο πρώτο τεύχος της Εφημερίδας των Κυριών της Καλιρρόης Παρρέν η οποία με σθένος γράφει ότι οι άνδρες δεν μπορούν να έχουν το μονοπώλιο του κρίνειν και του ορθοφρονείν.

Παρ΄ολ΄αυτά κάποιες δεκαετίες αργότερα οι πρώτες φοιτήτριες των Ελληνικών Πανεπιστημίων παρά το θάρρος και την αποφασιστικότητά τους αντιμετωπίστηκαν με αποδοκιμασία και εχθρότητα από τους συμφοιτητές τους. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και πλέον οι γυναίκες διαπρέπουν σε όλα τα ερευνητικά και επιστημονικά πεδία.  

Η συμβολή των γυναικών στους εθνικούς αγώνες και τα μεγάλα εθνικά οράματα μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο αναλύονται διεξοδικά είναι το θέμα του τρίτου κεφαλαίου.

Χαρακτηριστικό εδώ είναι το αίτημα του 1920 για  δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Αν και ο Βενιζέλος αναγνώρισε το δίκαιο περιεχόμενο και την ορθότητα δεν προχώρησε φοβούμενος το πολιτικό κόστος μίας απόφασης που θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τους συντηρητικούς κύκλους αλλά και ενδεχομένως την πλειονότητα των γυναικών που δεν αμφισβητούσε ακόμα το κατεστημένο της εποχής.

Το 1930ωστόσο, ο Βενιζέλος επανέρχεται  με παροχή δικαιώματος ψήφου στις δημοτικές εκλογές. Αξίζει να σημειωθεί όπως διαβάζουμε ότι στις πρώτες δημοτικές εκλογές μόνο 240 γυναίκες ψήφισαν προφανώς λόγω αναλφαβητισμού.

Το κεφάλαιο κλείνει με τη μαζική συμμετοχή και καταλυτική δράση των γυναικών στην εθνική αντίσταση. Με το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου οι Γυναίκες στην Ελλάδα αρχίζουν να εξοικειώνονται με τα μηνύματα του έργου της Simone de Beauvoir, συμμετέχοντας στην ανατροπή των στερεοτυπικών αντιλήψεων περί γυναικείας φύσης.

Και έρχεται επιτέλους ο νόμος 2159/1952 που δίνει το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Μη μας κάνει εντύπωση. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η Γαλλία η χώρα του Διαφωτισμού και της Επανάστασης , μόλις το 1944 αναγνώρισε αυτό το δικαίωμα.

Στο τέταρτο κεφάλαιο διαβάζουμε ότι  μεταξύ 1953 και 1967 εκλέγονται οκτώ γυναίκες βουλευτές!

Ωστόσο την ίδια στιγμή η κατάσταση των γυναικών είναι αξιοθρήνητη: Κατάφωρες διακρίσεις σε όλους του τομείς, καθημερινή βία και εγκλήματα τιμής. Πολύ χαρακτηριστικά επισημαίνει η Αλίκη Γιωτοπούλου Μαραγκοπούλου: «Όσες γυναίκες είχαμε τελειώσει το Πανεπιστήμιο  δεν είχαμε δικαίωμα να συμμετάσχουμε στους διαγωνισμούς. Οι άντρες με το ταληράκι καταλάμβαναν τις θέσεις και οι γυναίκες με άριστα καθόντουσαν στη γωνία».

Μία δεκαπενταετία αργότερα και παρά τη Συνθήκη της Ρώμης πληροφορούμαστε ότι το χάσμα νομοθεσίας και πραγματικότητας επιμένει να είναι τεράστιο με τις γυναίκες να μη γίνονται δεκτές σε πολλούς κλάδους εργασίας. Μετά τη Χούντα, η συνταγματική κατοχύρωση της ισότητας έχει σαν αποτέλεσμα την ίδρυση πολλών φεμινιστικών οργανώσεων που αγκαλιάζουν γρήγορα γυναίκες από κοινωνικές ομάδες και γεωγραφικές περιοχές που μέχρι τότε δεν είχαν σχέση με τις γυναικείες διεκδικήσεις λειτουργώντας έτσι πολλαπλασιαστικά στα ζητήματα ισότητας.

Στο προτελευταίο κεφάλαιο θα ήθελα ειδικά να σταθώ στο Νέο Οικογενειακό Δίκαιο του 1983, την μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου που θέσπισε το ΠΑΣΟΚ  και άνοιξε το δρόμο για την πραγματική ισότητα.

Ας σκεφτούμε ότι ο νόμος θεωρήθηκε από τους πιο προοδευτικούς της Ευρώπης. Οι σύζυγοι πλέον γίνονται νομικά και συνταγματικά ισότιμοι. Και γράφει πολύ εύστοχα η Άννα Καραμάνου ότι η αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου ανέτρεψε τα φεουδαρχικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικογένειας.

Πολύ σωστά όμως επισημαίνει ότι παιδαγωγικός ρόλος τη νομοθεσίας δεν ήταν αρκετός για το ξερίζωμα των οπισθοδρομικών και πατριαρχικών αντιλήψεων.

Οι γυναίκες έγιναν ισότιμες ωστόσο αυτό δεν μεταφράστηκε ούτε δυστυχώς μεταφράζεται ακόμα στην ισοτιμία των υποχρεώσεων στο σπίτι, στην έμφυλη διαίρεση της εργασίας και των στερεοτυπικών αντιλήψεων της γυναίκας για το ρόλο της στην παρoχή φροντίδας.

Οδεύοντας το βιβλίο προς τη δική μας ψηφιακή εποχή  προσεγγίζονται με ιστορική εμβρίθεια σημαντικοί σταθμοί των τελευταίων δεκαετιών που επηρεάζουν αντίστοιχα τη θέση των γυναικών και τα ζητήματα ισότητας: η νομισματική ένωση, στρατηγική της Λισαβόνας, η αναθεώρηση του Συντάγματος, ο νόμος για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, η συνθήκη της Λισαβόνας, η δεκαετής κρίση, η πανδημία, το κίνημα #Metoo.

Ζούμε πια σε εποχή που άνοιξαν τα στόματα, που καταγγέλονται τα φαινόμενα βίας και αυτό είναι μια πολύ σημαντική κατάκτηση. Το #Metoo απελευθέρωσε τις γυναίκες που μέχρι πρόσφατα δεν τολμούσαν να πουν αυτά που τους συνέβαιναν.

Θα ήθελα πραγματικά να σταθώ σε ένα καίριο ζήτημα που τίθεται στο κεφάλαιο αυτό, το οποίο γνωρίζω πολύ καλά όπως επίσης πιστεύω και η Άννα Καραμάνου αλλά και η Άννα Διαμαντοπούλου.

Είναι το χαμηλό ποσοστό εκλεγμένων γυναικών βουλευτών στη χώρα μας.

 – Υπάρχουν μόλις  57 Γυναίκες Βουλευτές, ποσοστό 19% και 9 γυναίκες στο Υπουργικό Συμβούλιο, ποσοστό 20%.

–   Υπάρχει μόνο μία γυναίκα Περιφερειάρχης από τους 13, και 14 γυναίκες Δήμαρχοι από τους 332.

–  Και βεβαίως εξίσου χαμηλά είναι και τα ποσοστά σε επίπεδο Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβούλων.

Οι αριθμοί μας κατατάσσουν σε χειρότερη θέση από όλες τις γειτονικές χώρες πλην της Τουρκίας. Είναι επομένως φανερό, ότι υπάρχουν ακόμα ανισότητες στην εκπροσώπηση των γυναικών, οι οποίες αποτελούν – μη το ξεχνάμε αυτό – το μισό και λίγο περισσότερο του πληθυσμού.  

Ο χώρος της πολιτικής συνεχίζει να μην είναι και τόσο φιλόξενος για τις γυναίκες, το αντίθετο. Σύμφωνα με τα τοιχεία του Ευρωπαικού Ινστιτούτου για την ισότητα, ο χεορότερος δείκτης μας είναι η συμμετοχή στους θεσμούς και στα κέντρα αποφάσεων.

Σχετικά με την παρουσία και τη δράση μιας γυναίκας στη Βουλή, όπως άλλωστε και όλες οι εργαζόμενες μητέρες, πρέπει να συνδυάσει τις κοινοβουλευτικές της υποχρεώσεις με όλους τους πολλαπλούς της ρόλους, δηλαδή την καθημερινή φροντίδα των παιδιών, του σπιτιού και της ευρύτερης οικογένειας και ταυτόχρονα να αποδεικνύει ότι τα καταφέρνει το ίδιο και καλύτερα από τους άντρες συναδέλφους της, σε έναν τόσο απαιτητικό και ανταγωνιστικό χώρο.

Ωστόσο, η ζωή προχωράει και τίποτα δεν παραμένει στάσιμο. Η ενασχόληση με τα κοινά, με τις δημόσιες υποθέσεις είναι μία μεγάλη πρόκληση και έχει ομορφιά να ασχολείσαι με την προώθηση λύσεων στον τόπο σου ή στα προβλήματα της χώρας.

Η ίδια η πολιτική έχει ανάγκη την γυναίκα, το θηλυκό μυαλό που γεννάει, έχει ανάγκη τη φρεσκάδα, την φαντασία και το μεράκι των γυναικών, τη δυνατότητα σύνθεσης και συναίνεσης, που οι γυναίκες πετυχαίνουν καλύτερα. Και πράγματι, χωρίς την ενεργό συμμετοχή της γυναίκας – και αυτό νομίζω ότι γίνεται ολοένα και πιο κατανοητό- τίποτα δε θα ήταν το ίδιο.

Γι΄ αυτό τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την εξέλιξη, που είναι η ενισχυμένη και αναβαθμισμένη παρουσία της γυναίκας παντού.

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω καταρχάς την Άννα Καραμάνου για τη σημερινή εκδήλωση και να της ευχηθώ το βιβλίο της είναι καλοτάξιδο.

Με τρόπο μεστό και διεξοδικό, με γλώσσα ρευστή και με περιεχόμενο τεκμηριωμένο έγραψε ένα βιβλίο για όσα συνήθως παραλείπονται, για την αποσιωπημένη  όπως λέει η ίδια παράλληλη επανάσταση των γυναικών. Των γυναικών εκείνων που έμειναν δυστυχώς αθέατες και αφανείς που τόλμησαν να διεκδικήσουν και τα κατάφεραν και που σήμερα οφείλουμε να τους δώσουμε  την ορατότητα που τους αρμόζει αλλά κυρίως να συνεχίσουμε χωρίς φόβο και δισταγμό τους αγώνες που εκείνες άρχισαν για να πετύχουμε τη πραγματική ισότητα και δικαιοσύνη.

Η Ελλάδα είναι ισχυρή χώρα με ισχυρές συμμαχίες, δεν φοβάται την Τουρκική επιθετικότητα.

Σήμερα ήμουν καλεσμένη στην εκπομπή «Σήμερα» του Δημήτρη Οικονόμου και της Μαρίας Αναστασοπούλου, όπου συζητήσαμε σχετικά με τη τρέχουσα επικαιρότητα. Η συζήτηση μας επικεντρώθηκε στην αποστολή στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία, την Τουρκική προκλητικότητα και στο πως την αντιμετωπίζει η Κυβέρνηση.

Συγκεκριμένα στην τοποθέτηση μου, επισήμανα:

«Με τα ζητήματα που σχετίζονται με την εξωτερικής και την αμυντική πολιτική της χώρας, νομίζω ότι θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και υπεύθυνοι στον δημόσιο λόγο μας.

Βεβαίως και ο κύριος Ερντογάν αποτελεί μια μόνιμη απειλή για εμάς, όμως σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπονται δηλώσεις ότι κινδυνεύει η Ελλάδα ή ότι κινδυνεύουν τα νησιά μας.

Δεν πρέπει να διασπείρετε φόβος και ανησυχία. Διαθέτουμε αξιόμαχες ένοπλες δυνάμεις, είμαστε κράτος – μέλος της Ε.Ε., ΝΑΤΟ και έχουμε πολύ σοβαρές συμμαχίες.»

Σχετικά με την συμφωνία ανταλλαγής των ελαφρών αρμάτων, τόνισα:

«Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, δεν θα κάνει μικροπολιτική πάνω σε τόσο σοβαρά ζητήματα. Όμως η Κυβέρνηση έχει τεράστια ευθύνη για το ότι οι Έλληνες πληροφορηθήκαμε από τις δηλώσεις του Καγκελάριου της Γερμανίας, σχετικά με την ανταλλαγή των τεθωρακισμένων.

Θα έπρεπε να υπάρξει σχετική ενημέρωση των πολιτικών αρχηγών από τον Πρωθυπουργό. Δεν θα έπρεπε να υπάρξει μια πολύ σοβαρή συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής και να ενημερωθούν τα Κόμματα;»

Χάνεται μια ακόμα ευκαιρία για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση ορισμένων παθογενειών της λειτουργίας της Δικαιοσύνης στη χώρα μας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Κύριε Υπουργέ,

Συζητάμε σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής ένα ακόμα νομοσχέδιο μέσα στους τελευταίους μήνες για τον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης.

Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να λησμονούμε ή δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια σε γεγονότα, όπως παραδείγματος χάρη, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2022 για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα. Πρόκειται για τη 10η έκδοση μιας καθιερωμένης ετήσιας επισκόπησης, η οποία παρέχει συγκριτικά στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα, την ποιότητα και την ανεξαρτησία των συστημάτων απονομής δικαιοσύνης στα κράτη-μέλη.

Ο πίνακας αποτελεσμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της δικαιοσύνης που έχει ξεκινήσει ήδη από το 2013 χρησιμοποιείται, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί η επιτροπή τις μεταρρυθμίσεις που εισάγουν τα κράτη-μέλη στον τομέα της δικαιοσύνης.

Μάλιστα, αποτελεί ένα από τα στοιχεία της εργαλειοθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κράτος δικαίου και χρησιμοποιεί στοιχεία όπως είναι η αποδοτικότητα που έχει να κάνει με τη διάρκεια των διαδικασιών, με το ποσοστό διεκπεραίωσης των εκκρεμών υποθέσεων, με την ποιότητα της δικαιοσύνης, με δείκτες όπως είναι η προσβασιμότητα, η κατάρτιση, ο προϋπολογισμός, οι ανθρώπινοι πόροι, η ψηφιοποίηση και, βεβαίως, με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης με δείκτες, όπως είναι η αντίληψη του ευρέος κοινού και των επιχειρήσεων για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και με τις διασφαλίσεις για τους δικαστές και την ανεξάρτητη λειτουργία τους, όπως επίσης και την ανεξάρτητη λειτουργία των εισαγγελικών αρχών.

Το κείμενο, λοιπόν, της έκθεσης αυτής είναι κόλαφος, κύριε Υπουργέ. Είναι κόλαφος, κυριολεκτικά, για πολύ σημαντικά θέματα, τα οποία μας αφορούν. Σύμφωνα με τους πίνακες, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους υψηλότερους χρόνους διεκπεραίωσης υποθέσεων στις αστικές εμπορικές υποθέσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα δεν παρείχε δεδομένα για το 2020. Συνεπώς, δεν είναι και εφικτή η σύγκριση με άλλα κράτη.

Απογοητευτικά -πλην ορισμένων εξαιρέσεων- είναι τα αποτελέσματα της έρευνας σε σχέση με ορισμένες παραμέτρους, όπως έχουν να κάνουν και με την ηλεκτρονική δικαιοσύνη.

Θα μου πείτε, έπρεπε να έρθει και να μας το πει η έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να τα παραδεχτούμε και εμείς και να δούμε ότι υπάρχουν προβλήματα χρόνια; Πρέπει να είμαστε δίκαιοι, είναι χρόνια προβλήματα, διαχρονικά. Όχι, δεν περιμέναμε να έρθει η έκθεση της επιτροπής, τα γνωρίζουμε και τα γνωρίζουμε από την καθημερινότητα των Ελλήνων πολιτών.

Όμως, εμείς αυτό που λέμε είναι ότι η κάθε νομοθετική πρωτοβουλία από την πλευρά σας και γενικά το νομοθετικό έργο πρέπει ουσιαστικά να αποσκοπεί στην ουσιαστική εξάλειψη αυτών των παθογενειών, με κύρια εξάλειψη το χρόνο απονομής της δικαιοσύνης που, πλέον μπορούμε να το πούμε ξεκάθαρα, ότι οδηγεί πολλές φορές στην ίδια την έννοια της αρνησιδικίας από συγκεκριμένα δικαστήρια.

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Δηλαδή, όταν για να τελεσιδικήσει μία υπόθεση στα πολιτικά δικαστήρια σε πρώτο βαθμό χρειάζεται να περάσουν χρόνια -έχουμε το δεύτερο υψηλότερο βαθμό-σκορ στην Ευρωπαϊκή Ένωση- όταν είμαστε πέμπτοι, όσον αφορά τον χρόνο τελεσιδικίας στα διοικητικά δικαστήρια, όταν σέρνονται υποθέσεις για οκτώ με δέκα χρόνια στα ελληνικά δικαστήρια, όταν για να προσδιοριστούν στα διοικητικά δικαστήρια οι υποθέσεις -για να προσδιοριστούν!- πρέπει να παρέλθουν δύο με τρία χρόνια, τότε καταλαβαίνετε ότι πλέον η κατάσταση, ναι, έχει φτάσει στο απροχώρητο.

Ας μην πούμε ότι είμαστε οι τελευταίοι στην εισαγωγή πληροφοριακών συστημάτων και μηχανογράφησης και ακόμα και στις περιπτώσεις όπου έχουν εισαχθεί πληροφοριακά συστήματα σε δικαστήρια, εντοπίζονται ξεκάθαρα προβλήματα υπολειτουργίας τους, εξαιτίας της έλλειψης υποστηρικτικού προσωπικού με επαρκείς δεξιότητες.

Άρα, λοιπόν, γι’ αυτά τα χρόνια και διαχρονικά προβλήματα, αντικειμενικά, κύριε Υπουργέ, η αλήθεια είναι ότι μέχρι στιγμής και έχοντας τριάντα έξι μήνες διακυβέρνησης η Νέα Δημοκρατία, δεν έχετε ανταποκριθεί. Δεν έχετε ανταποκριθεί σε λύσεις τελέσφορες, σε λύσεις αποτελεσματικές οι οποίες θα δίνουν ουσιαστικά αποτελέσματα και θα δίνουν απαντήσεις στους Έλληνες πολίτες.

Ακόμη και τα δειλά βήματα εκσυγχρονισμού και ψηφιοποίησης της δικαιοσύνης έγιναν μόνο ύστερα από την πολύ μεγάλη πίεση της πανδημίας και έγιναν αποσπασματικά και καθυστερημένα. Το μόνο το οποίο ουσιαστικά έχετε κάνει είναι ότι επιδίδεστε σε μια διαρκή αναθεώρηση των θεσμικών νομοθετημάτων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα υπό το κράτος της εκάστοτε εφήμερης επικαιρότητας, προκειμένου να μπορέσετε να κατευνάσετε και την πιο συντηρητική μερίδα της βάσης σας και να στρέψετε το ενδιαφέρον μακριά από άλλα ζητήματα της δημοσιότητας.

Πάμε, λοιπόν, πιο συγκεκριμένα στο σημερινό υπό συζήτηση σχέδιο νόμου. Επαναλαμβάνω ότι πρέπει όλοι μας να έχουμε κατά νου ότι τα σχέδια νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης πρέπει να έχουν ως βασική στόχευση και πυλώνα την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης που νοσεί, αλλά και την εμπέδωση του αισθήματος δικαίου γενικότερα στην κοινωνία, την ταχύτερη απονομή της και την καλύτερη εμπέδωση της αξιοπιστίας, της ουσιαστικής αξιοπιστίας, των δικαστικών λειτουργών που την υπηρετούν και που, βεβαίως, έχει άμεσο αντίκτυπο και στους Έλληνες πολίτες.

Γι’ αυτό τον λόγο οποιαδήποτε νομοθέτηση πάνω στο συγκεκριμένο θέμα πρέπει πρώτα και πάνω όλα να είναι αποτέλεσμα υγιούς διαλόγου και συνεννόησης με τους αρμόδιους φορείς και προτάσεων, οι οποίες δεν θα θίγουν κεκτημένα, συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα στο βωμό απλά και μόνο μιας δήθεν επιφανειακής παρουσίασης τάχα μεταρρυθμίσεων, κάτι το οποίο παρατηρείται συχνά, δυστυχώς, στα νομοσχέδια σας.

Τώρα, το κείμενο του σχεδίου νόμου, θεωρούμε ότι εμπεριέχει μεν κάποιες θετικές, αλλά άτολμες διατάξεις -προς θετική, όμως, κατεύθυνση- περιέχει ωστόσο και κάποιες διατάξεις για τις οποίες είμαστε απόλυτα, κάθετα αρνητικοί –και θα  παρουσιάσω τι λέω και τις διαφωνίες μας στην πορεία- και με αυτό τον τρόπο θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι θεωρώ πως χάνεται μια ευκαιρία για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν πραγματικά να συμβάλουν στη βελτίωση ορισμένων παθογενειών που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Υπάρχουν πολύ σημαντικά θέματα που προσπαθείτε να ρυθμίσετε στο εν λόγω νομοθέτημα, τα οποία εντοπίσαμε ως Αντιπολίτευση, τα επικρίναμε και σας προτείναμε άλλες λύσεις. Και βεβαίως, το πιο σημαντικό είναι ότι αυτό δεν το κάναμε απλά τα Κόμματα της Αντιπολίτευσης, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό προέκυψε από την ακρόαση των φορέων.

Ειδικότερα, σας τόνισα και σας τονίσαμε ότι σε κάθε νομοσχέδιο χρειάζεται να υπηρετούνται κάποιες απαράβατες μόνιμες αρχές για τη διαφύλαξη του κύρους και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, για την ουσιαστική επιθεώρηση και δίκαιη αξιολόγηση των δικαστών, για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης, για τη διαφάνεια και την αξιοκρατία στην εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών, για ουσιαστικές διορθώσεις στον τρόπο διοίκησης των δικαστηρίων και για τροποποιήσεις στον δικαστικό χάρτη, εφόσον όμως αυτές πραγματοποιηθούν με βάση τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών μετά -και το τονίζουμε αυτό- από ουσιαστικό διάλογο και μετά από ουσιαστική συνεννόηση.

Και, βεβαίως, οι μεγαλύτερες αλλαγές και τομές που έχουν γίνει στο χώρο της ελληνικής δικαιοσύνης έχουν ξεκάθαρα τη σφραγίδα του ΠΑΣΟΚ που έχει αφήσει πολύ ισχυρό αποτύπωμα σε αυτές τις αλλαγές,  όμως δεν μπορούμε να σας λέμε «μπράβο, προχωρήστε άτσαλα με πιστολιές στον αέρα»,  όπως σας είπα και στις Επιτροπές, κάνοντας απλά και μόνο επικοινωνιακά κάποιες δήθεν μεταρρυθμίσεις οι οποίες έχουν τον πολύ σοβαρό κίνδυνο να δημιουργήσουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά τα οποία καλούμαστε να επιλύσουμε.

Αναρωτιέμαι,  κύριε Υπουργέ, μιλάμε για όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις και ότι μπαίνουμε σε μία νέα εποχή και, καλά-καλά, δεν έχουμε δικαστικούς υπαλλήλους στα δικαστήρια.  Έχουμε μια τεράστια έλλειψη και γι’αυτόν, άλλωστε, τον λόγο έχει ήδη ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας προχωρήσει σε δίωρες διακοπές διαμαρτυρίας όλων των εργασιών, λέγοντας ότι δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση και, δίκαια και σωστά,  διαμαρτύρονται για την ανάγκη προσλήψεων προκειμένου να καλυφθούν τα μεγάλα κενά στις οργανικές θέσεις γιατί είμαστε η μοναδική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που έχουμε τον υψηλότερο αριθμό δικαστών ανά κάτοικο και έχουμε λιγότερους δικαστικούς υπαλλήλους από ό,τι δικαστές.

Μας μιλάτε, λοιπόν, για μεταρρυθμίσεις όταν καλά-καλά δεν πάτε να λύσετε τα βασικά, τα αυτονόητα, τα καθημερινά.  Πώς, λοιπόν, άμα δεν γίνουν κάποια αυτονόητα πράγματα μπορούμε να μιλάμε για όλα τα υπόλοιπα;

Πάμε, λοιπόν, στο ζήτημα του άρθρου 2, σχετικά με τη δημιουργία ενός νέου Καλλικράτη στο χώρο της δικαιοσύνης, κάτι που ήταν μία πάγια και διαχρονική θέση του ΠΑΣΟΚ, όχι όμως, με τον τρόπο που το φέρνετε εσείς, με εγγυήσεις πάντα κατόπιν συνεννόησης και διαβούλευσης και κυρίως, έχοντας πάντα υπ’όψη τους αριθμούς, κύριε Υπουργέ, τα στατιστικά στοιχεία. Όχι απλά μια διάθεση επικοινωνιακής αντιμετώπισης ενός ζητήματος, αλλά με ουσιαστική διάθεση να λυθούν προβλήματα αφουγκραζόμενοι ναι, τις νέες συνθήκες της νέας εποχής στην οποία ζούμε.  Και ναι, ζούμε σε μια νέα εποχή όπου υπάρχει η ψηφιοποίηση, υπάρχει η ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων,  υπάρχουν νέα οδικά δίκτυα.  Είναι πραγματικότητα; Όμως,  εδώ πέρα ​​πρέπει οι αλλαγές στις οποίες προχωρούμε να γίνονται αφουγκραζόμενοι τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, το πώς εξυπηρετείται καλύτερα ο Έλληνας πολίτης που ζει στη μεθόριο, που ζει στα νησιά, όχι απλά και μόνο επειδή έρχεται και μας το λέει η Ποινικά Δικαστήρια και εμείς πρέπει να συμμορφωθούμε άρον-άρον και άτσαλα.

Άρα, λοιπόν, εμείς αυτό το οποίο σας λέμε είναι  ότι ναι,  για εμάς ήταν πάγια και παραμένει να είναι πάγια αρχή το να δούμε με έναν τρόπο ολοκληρωμένο και σοβαρό ένα νέο δικαστηριακό χάρτη στη χώρα μας,  όμως, πάντα κατόπιν σοβαρής συνεννόησης. Εμείς  λέμε ότι θα έπρεπε σε αυτή τη συνεννόηση και τη διαβούλευση την ευρύτατη με τους τοπικούς δικηγορικούς συλλόγους, με την Περιφέρεια λαμβάνοντας υπ’όψιν τα στοιχεία της νησιωτικότητας, λαμβάνοντας υπ’όψιν εθνικούς λόγους, εθνικά ζητήματα. 

Είναι πάρα πολύ σοβαροί λόγοι, οι οποίοι πρέπει να ληφθούν υπ’όψη.  Δεν μπορεί να πάμε μόνο με μία οικονομίστικη διάθεση αντιμετώπισης της δικαιοσύνης.  Επιμένουμε σε αυτό, όχι με τον τρόπο τον οποίον κάνετε. 

Και βεβαίως, περιμένουμε και σας καλούμε και σας το λέμε και πρέπει να γίνει από εδώ πέρα ​​από το Βήμα της Ολομέλειας ο κ. Τσιάρας, ο αρμόδιος Υπουργός, να βγει και να δεσμευτεί δημόσια ότι δεν θα προχωρήσει μονομερώς σε αλλαγές στο δικαστηριακό χάρτη της χώρας, αν δεν προηγηθεί οπωσδήποτε ένας ευρύτατος διάλογος με τους φορείς, όπου θα μπορέσει να επέλθει μια συμφωνία στον τρόπο που θα πρέπει να χαραχθεί ο νέος δικαστηριακός χάρτης.

Τώρα, για το δεύτερο σκέλος του άρθρου 2 που έχει να κάνει με τη λειτουργία των δικαστηρίων τηλεματικής και που έχει δεχτεί τεράστια κριτική από το σύνολο του νομικού κόσμου και κυρίως, του κλάδου των δικηγόρων, εγώ θα σας υπενθυμίσω, κύριε Κώτσηρα γιατί είστε νομικός και εσείς, ό,τι μάθαμε στη Νομική Σχολή από το πρώτο έτος: Οι βασικές αρχές οι οποίες διέπουν τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι σύμφωνα και με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η αρχή της δημοσιότητας με την οποία εξασφαλίζεται το αδιάβλητο της ποινικής διαδικασίας και ελέγχεται η δικανική κρίση των δικαστικών οργάνων.

Είναι η αρχή της προφορικότητας, είναι η αρχή της αμεσότητας.  Οι ίδιοι οι δικαστές λένε ότι ειδικά στα Ποινικά Δικαστήρια είναι απολύτως απαραίτητο να μπορούν να έχουν μπροστά τους τον μάρτυρα, για να μπορεί να υπάρχει μια σοβαρή ακροαματική διαδικασία. Πώς ακριβώς θα υπάρξει η ακροαματική διαδικασία στα Ποινικά Δικαστήρια μέσω ζουμ αν ο δικαστής δεν μπορεί να έχει μπροστά του τον μάρτυρα ή αν ο μάρτυρας μπορεί να έχει άλλου είδους διευκολύνσεις όπως μπορεί να παρουσιάζει τα πράγματα με το δικηγόρο δίπλα ή  δεν ξέρω τι;

Δεν το αντιλαμβάνεσθε ότι αυτό ειδικά σε συγκεκριμένα πλαίσια μπορεί να αποτελέσει προβληματικό παράγοντα;  Βεβαίως και πρέπει να προχωρήσουμε σε μια ευρύτερη ψηφιοποίηση της δικαιοσύνης εισαγωγής των ψηφιακών συστημάτων. Όμως, ποιο είναι το πλαίσιο; Το πλαίσιο, έτσι όπως το θέτετε, είναι παντελώς ασαφές.  Χρειάζεται, λοιπόν, να γίνει πολύ πιο συγκεκριμένο και, εν τέλει επειδή σας αρέσει να μας λέτε ότι όλα αυτά είναι δήθεν μεταρρυθμίσεις κλπ., μπορείτε να μας παρουσιάσετε και να μας πει ποια είναι η διεθνής πρακτική; Μπορείτε, κύριε Κώτσηρα, να μας παρουσιάσετε να μας πείτε ποια είναι τα best practice και πώς ακριβώς λειτουργεί η τηλεματική στα Ποινικά Δικαστήρια στις άλλες χώρες; Να  δούμε τι γίνεται και στις χώρες του εξωτερικού, για να δούμε πώς ακριβώς θα τα φέρουμε και στην Ελλάδα. Είναι, λοιπόν, πάρα πολύ σημαντικό και αυτό.

Τώρα, όσον αφορά την αξιολόγηση των δικαστών, το ζήτημα της επιθεώρησης, βεβαίως το ΠΑΣΟΚ, το Κίνημα Αλλαγής θεωρεί ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό να οδηγηθούμε σε μία ουσιαστική πραγματική αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών, γιατί δεν μπορεί να μας προκαλεί εντύπωση ότι υπάρχει μια δυσαρέσκεια σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.  Υπάρχει μια αίσθηση ότι τελικά τους δικαστές δεν τους ελέγχει κανείς και αυτό είναι κρίμα.  Είναι άδικο για την πολύ μεγάλη πλειοψηφία των μελών του δικαστικού σώματος που διαθέτει η Ελλάδα, όπου συναντάμε πλήρως καταρτισμένους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς που έχουν αυξημένο αίσθημα ευθύνης.  Όμως, αυτή η αντίληψη αφ’ ενός πρέπει να αποκατασταθεί στην κοινωνία και να αφ’ ετέρου πρέπει να εξαλειφθεί στην πράξη προς όφελος του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.

Μόλις πριν από δύο μήνες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με δεύτερο πακέτο αποφάσεων της Πειθαρχικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου απολύθηκαν εφτά δικαστές για υπηρεσιακή ανεπάρκεια, λόγω των πολύ μεγάλων καθυστερήσεων στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων και ήδη στην εκπνοή του περασμένου έτους είχαν αποπεμφθεί από το δικαστικό σώμα άλλοι έξι δικαστές για τον ίδιο λόγο. Να  μην παραλείψουμε, όμως, να σκεφτούμε ότι αυτοί οι δικαστές και κάποιοι άλλοι δικάζουν ή παριστάνουν ότι δικάζουν ή δίκαζαν μέχρι να αποπεμφθούν με αποτέλεσμα χιλιάδες υποθέσεις, ουσιαστικά, να έχουν αποπεμφθεί στον Καιάδα της αρνησιδικίας με τραγικές συνέπειες τόσο για τους Έλληνες πολίτες όσο και για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Άρα, λοιπόν, δεν μπορούμε να εθελοτυφλούμε.  Πρέπει και αυτό το ζήτημα να αντιμετωπιστεί με τη βαρύτητα που έχει, δηλαδή, ως ένας από τους αρκετούς λόγους για τη βελτίωση του τρόπου και του χρόνου απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας.  Οφείλουμε, λοιπόν,  και πρέπει να οδηγηθούμε χωρίς να εθελοτυφλούμε σε ένα ζήτημα και την καθιέρωση μιας πραγματικής και όχι προσχηματικής αξιολόγησης.

Θα μου επιτρέψετε να σας πω εξ αρχής ότι το νομοσχέδιό σας σε πολλά σημεία, έτσι όπως έρχεται, δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τον προηγούμενο Κώδικα Αξιολόγησης-Επιθεώρησης των Δικαστικών Λειτουργών που είχε δημιουργηθεί τη δεκαετία του ’80, είναι σημειακές οι αλλαγές που φέρνετε.  Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν αποτελεί ουσιαστική αξιολόγηση το να εξαρτάται η εξέλιξη των δικαστών από το πόσες αναβολές δίνουν τη στιγμή που  όλοι όσοι  έχουμε μπει σε δικαστικές αίθουσες ξέρουμε ότι πολλές από τις αναβολές είναι αναπόφευκτες είτε λόγω ωραρίου είτε λόγω αποχής δικηγόρων.

Aναρωτιέμαι αν αποτελεί ουσιαστική αξιολόγηση το να υπολογίζετε πόσες αποφάσεις ακυρώνονται ή τροποποιούνται σε δεύτερο βαθμό, όταν αυτό αφορά την αύξηση ή μείωση κάποιου ποσού κατά 1.000 ευρώ –εγώ θα σας πω- χωρίς να θίγεται η βάση της απόφασης ή όταν αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε μια συστημική δικαιοσύνη που μετατρέπει τον δικαστή ουσιαστικά σ’ έναν υπάκουο δημόσιο υπάλληλο, όταν γνωρίζουμε ότι έχουν βγει πολύ γενναίες και τολμηρές αποφάσεις πρωτοδικών ανά την Ελλάδα, οι οποίες έχουν αλλάξει τον ρου της νομολογίας εις όφελος των Ελλήνων πολιτών.

Αναρωτιέμαι αν αποτελεί ουσιαστική αξιολόγηση το να βαθμολογείται αυθαίρετα η κάθε υπόθεση από το 1 ως το 5 από κάποιον που δεν έχει γνώση της δικογραφίας ή αν αποτελεί αξιολόγηση η «βουτιά» που επιχειρείτε να κάνετε στις τάξεις των εφετών όπου νομιμοποιείτε την ανάδειξη Αεροπαγιτών με μόλις επτά χρόνια εμπειρίας ως εφέτες.

Αυτά, λοιπόν, είναι παράδοξα τα οποία δεν μπορούμε να πούμε ότι συμβάλλουν ουσιαστικά προς τη δημιουργία ενός ουσιαστικού, ολοκληρωμένου, πραγματικά διαφορετικού τρόπου αντιμετώπισης, αξιολόγησης και επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών.

Σας καλούμε, λοιπόν -γιατί είχατε την ευκαιρία και τη δυνατότητα με χειροπιαστά συμπεράσματα και από την ακρόαση των φορέων και από την κατάθεση των προτάσεων της Αντιπολίτευσης- έστω και αυτήν τη στιγμή να κάνετε τις απαραίτητες αλλαγές και διορθώσεις στα άρθρα τα οποία σας καλούμε να αλλάξετε.

Κλείνω λέγοντας και τονίζοντας ότι επί της αρχής είμαστε θετικοί στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αναγνωρίζοντας ότι είναι άτολμο, ότι πολλές προτάσεις και λύσεις θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτερα διατυπωμένες, άρα και πολύ πιο γενναίες, ότι οφείλατε και οφείλετε και στο μέλλον στην εξειδίκευση διατάξεων να έχετε πολύ πιο σοβαρή και ουσιαστική διαβούλευση με τους φορείς, όμως εμείς δεν έχουμε ούτε παρωπίδες ούτε ταμπού και ακόμα και ένα νομοσχέδιο το οποίο πρόκειται να επιλύσει έστω μερικώς, έστω και δειλά, έστω και μερικά από τα προβλήματα της δικαιοσύνης, είναι σημαντικό γιατί βάζει ένα λιθαράκι στο να κάνουμε και να έχουμε καλύτερη δικαιοσύνη για τους Έλληνες πολίτες και ιδιαίτερα για τους πιο ευάλωτους, γιατί αυτό εν τέλει είναι η δικαιοσύνη. Είναι το εργαλείο ειδικά των πιο ευάλωτων ανθρώπων για μια πιο δίκαιη και καλύτερη κοινωνία. Ό,τι κάνουμε και φέρνουμε εδώ πέρα πρέπει αποκλειστικά και απαράβατα αυτόν τον στόχο να υπηρετεί.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Μας χωρίζει χάος με τον ΣΥΡΙΖΑ που φλερτάρει με μπαχαλάκηδες και φιλοπουτινικούς

Συνέντευξη στην εφημερίδα «To manifesto»

Κλιμακώνει η Άγκυρα την ένταση στο Αιγαίο. Να φοβόμαστε για κάποιο θερμό επεισόδιο ή έστω ένα ατύχημα;

Η Άγκυρα κλιμακώνει την ένταση στο Αιγαίο παράλληλα με την απόφασή της για μια νέα στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία, ενώ απειλεί να μπλοκάρει την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ. Αυτή η τριπλή κίνηση αποκαλύπτει παραπέρα τον αναθεωρητισμό μιας αυταρχικής εξουσίας η οποία κινείται ανεξέλεγκτα λόγω και της πτώσης των ποσοστών Ερντογάν στην πορεία προς τις εκλογές. Προφανώς είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τι μπορεί να συμβεί, πολύ περισσότερο που οι κινήσεις αυτές δεν φαίνεται να συνδέονται μόνο με τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά με την μεγάλη διαπραγμάτευση που θέλει να κάνει η Άγκυρα με την Δύση. Η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη για κάθε ενδεχόμενο και παράλληλα η Δύση (Ε.Ε, Η.Π.Α) πρέπει να κατανοήσει ότι η γραμμή ανοχής, κατευνασμού και ισορροπιών με μια χώρα ανοιχτά επιθετική, αναθεωρητική δεν φέρνει αποτελέσματα.

Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να περιορίσει την προκλητικότητα των Τούρκων;

Η Ελλάδα είναι χώρα ισχυρή, εξοπλισμένη και με διεθνείς συμφωνίες που την ισχυροποιούν παραπέρα. Συνεχής διπλωματική προσπάθεια αποκάλυψης του χαρακτήρα των κινήσεων Ερντογάν, ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων και στάση ψυχραιμίας και αποφασιστικότητας είναι το τρίπτυχο της στάσης μας. Η χώρα μας δεν έχει να φοβηθεί τίποτα και δεν θα επιτρέψει σε κανένα να αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα.

Απαιτείται κοινή γραμμή στην εξωτερική πολιτική;

Με ρωτάτε το αυτονόητο. Ασφαλώς και είναι αναγκαία η εθνική συνεννόηση για τα θέματα της Εξωτερικής Πολιτικής . Γι αυτό και απαιτούνται κινήσεις πλήρους ενημέρωσης των αρχηγών των κομμάτων για όλες τις τελευταίες συναντήσεις του Πρωθυπουργού και διαρκής συνεδρίαση της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής. Το ΠΑΣΟΚ Κίνημα Αλλαγής έχει αποδείξει ότι βρίσκεται σ΄ αυτή την λογική σταθερά. Παρά τις παρατηρήσεις και τις ενστάσεις μας, ψηφίσαμε την Ελληνογαλλική και Ελληνοαμερικανική Συμφωνία, όπως και το εξοπλιστικό πρόγραμμα. Η ευθύνη ύπαρξης κινήσεων διαμόρφωσης κοινής γραμμής ανήκει από εκεί και πέρα στην Κυβέρνηση. Όποιο δε κόμμα δεν συμβάλλει σ΄ αυτή την κατεύθυνση, ας το χρεωθεί.

Για άλλη μία νύχτα σημειώθηκαν επεισόδια στο ΑΠΘ. Πώς μπορεί να εκτονωθεί η ένταση στην πανεπιστημιακή κοινότητα;

Στο Α.Π.Θ σπουδάζουν δεκάδες χιλιάδες φοιτητές που δεν έχουν καμία σχέση με τους τραμπούκους και τους κουκουλοφόρους. Δημιουργείται μια ένταση από κάποιες δεκάδες φοιτητές και μη και δεν πρέπει να παρασυρθούμε σε μια τεχνητή ένταση για λόγους κομματικής αντιπαράθεσης. Παράλληλα η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας δεν δέχεται πια να βλέπει να πληρώνει φόρους για να πηγαίνουν όσοι θέλουν και να γκρεμίζουν βιβλιοθήκες , να χτυπάνε καθηγητές και φοιτητές, να θεωρούν τα Α.Ε.Ι χώρο αυθαιρεσίας. Αυτά τα φαινόμενα πρέπει να αντιμετωπιστούν μέχρι τέλους και το « μεγάλο όπλο» για αυτό είναι αυτή η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία απέναντι στην οποία κόμματα δείχνουν ασέβεια υπερασπιζόμενα μπαχαλάκηδες.

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής προετοιμάζεται για δύο θεματικά συνέδρια. Εγκαινιάζει, δηλαδή, μία νέα πρακτική στην πολιτική πραγματικότητα. Τι θα περιλαμβάνουν;

Προχωράμε σε ένα ακόμα βήμα και κατά τη γνώμη μου πάρα πολύ σημαντικό. Την επεξεργασία και την διαμόρφωση μέσα από ένα ευρύ διάλογο των προοδευτικών, μεταρρυθμιστικών, σοσιαλδημοκρατικών θέσεών μας για όλα τα θέματα. Ήδη έχει δοθεί στην δημοσιότητα το σχέδιο ενός συνολικού Προγράμματος. Με τα θεματικά Συνέδρια θα κάνουμε τις προτάσεις μας ακόμα πιο ολοκληρωμένες και πειστικές. Στο σύνολό τους δε θα αναδεικνύουν την νέα, σύγχρονη, μεταρρυθμιστική φυσιογνωμία μας, την εναλλακτική μας πρόταση για την πορεία της χώρας και της ελληνικής κοινωνίας.

Πόσο κοντά ή πόσο μακριά βρίσκεται μία ενδεχόμενη μετεκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ μετά από την προχθεσινή συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Ανεξάρτητα από την όποια συνεδρίαση της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε αποσαφηνίσει: Μας χωρίζει ιδεολογικό και προγραμματικό χάος από ένα κόμμα που έχει ακόμα την αντίληψη « των αρμών της εξουσίας», που εργαλειοποίησε την Δικαιοσύνη και χρησιμοποίησε δήθεν προστατευόμενους μάρτυρες για να προβεί σε πρωτοφανείς διώξεις πολιτικών αντιπάλων, που προσπάθησε να ελέγξει το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο και που φλερτάρει με αρνητές του εμβολιασμού, φιλοπουτινικούς, μπαχαλάκηδες. Ας καταλάβουν επιτέλους ότι το 2022 δεν είναι 2011 και ότι με προσχηματικές προτάσεις περί δήθεν προοδευτικής διακυβέρνησης, που τις απευθύνουν χωρίς κανένα προγραμματικό περιεχόμενο και ενώ χτυπούν τον Πρόεδρό μας Νίκο Ανδρουλάκη, δεν πρόκειται να αλιεύσουν και πάλι ψήφους από τον χώρο μας. 

 Έχει αναχαιτιστεί το κύμα ακρίβειας στην αγορά από τα πρόσφατα μέτρα ή απαιτούνται και άλλες παρεμβάσεις;

Η Κυβέρνηση ανακοίνωσε μέτρα για την αντιμετώπιση της αύξησης των Τιμολογίων ενέργειας απέναντι στα οποία είχαμε μια διαφορετική και πιο αποτελεσματική πρόταση. Η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα κριθεί σύντομα στην πράξη. Ωστόσο, πέρα από την ακρίβεια στην ενέργεια, υπάρχει ένα κύμα ακρίβειας στην βενζίνη, στα καταναλωτικά προϊόντα, σ΄ όλα και αυτό απομειώνει τα εισοδήματα. Σκεφτείτε δε ότι αυτό το κύμα ξεκίνησε από τον Σεπτέμβριο και αυτό το διάστημα δυναμώνει. Τι σημαίνει αυτό; Ότι χρειάζονται πιο αποφασιστικά και γενναία μέτρα, όπως μείωση του φόρου σε σειρά καταναλωτικών προϊόντων και στα καύσιμα, αυστηρούς ελέγχους για την αντιμετώπιση φαινομένων κερδοσκοπίας, στήριξη των εισοδημάτων. Δυστυχώς η Κυβέρνηση καθυστερεί, κινείται αποσπασματικά, χωρίς συνολικό σχέδιο και αυτό το πληρώνει η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών.

«Απαράδεκτες οι δηλώσεις Ερντογάν. Οι σύμμαχοί μας στο ΝΑΤΟ, την Ε.Ε και τις Η.Π.Α έχουν χρέος να πάρουν τα μέτρα τους απέναντι στην επιθετική, αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας.»

Με παρέμβαση της, κατά την ομιλία της στην Ολομέλεια της Βουλής, σχολίασε τις ανεπίτρεπτες δηλώσεις του Προέδρου της Τουρκίας για διακοπή του διαλόγου με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, η Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, Νάντια Γιαννακοπούλου.

Συγκεκριμένα η κα. Γιαννακοπούλου, επισήμανε: 

«Οι δηλώσεις Ερντογάν είναι απαράδεκτες

Έξω από κάθε διεθνή γλώσσα συνεννόησης.

Εκτός πλαισίου διπλωματικών κανόνων.

Αναδεικνύει τον εκνευρισμό του κ. Ερντογάν, την δεινή θέση στην οποία βρίσκεται και την επιθετικότητα της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Η Ελλάδα δεν παρασύρεται από τέτοιες δηλώσεις, είναι ισχυρή δύναμη στην περιοχή, με ισχυρές συμμαχίες και μέλος του ΝΑΤΟ. Είναι δύναμη ειρήνης και ευθύνης στην ευρύτερη περιοχή.

Ας λάβουν και αυτά ως πρόσθετα αποδεικτικά του χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, τόσο η ΕΕ, όσο και οι ΗΠΑ προκειμένου να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα.

Ο Πρόεδρος μας, o Νίκος Ανδρουλάκης, έχει κατ’ επανάληψιν τονίσει ότι είναι αδιανόητο, άλλα Ευρωπαϊκά κράτη να συνεχίζουν να εξοπλίζουν την Τουρκία που απειλεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας, που αποτελεί διεθνή ταραξία, που καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα, που έχει θέσει casus belli κατά ενός άλλου κράτους μέλους του ΝΑΤΟ. Όπως επίσης το ίδιο πρέπει να αναλογιστούν και οι ΗΠΑ σε σχέση με την αναβάθμιση των F-16.

Δεν μπορεί μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, να εκφράζεται έτσι για μια άλλη χώρα μέλος του ΝΑΤΟ.»

«Αυτή είναι η ώρα να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας, αναδεικνύοντας το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής ως τον χώρο των δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, του μεταρρυθμιστικού Κέντρου και της Κεντροαριστεράς.»

Ομιλία στο 3ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής

Συντρόφισσές και σύντροφοι,

Φίλοι και φίλες ,

Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ. Ενωμένο και με νέα ηγεσία. Αποφασισμένο για την μεγάλη επιστροφή.

Για να πρωταγωνιστήσει και πάλι βάζοντας την σφραγίδα του στις πολιτικές εξελίξεις και τη πορεία της χώρας.

Πέντε μήνες από την εκλογή του νέου Προέδρου μας Νίκου Ανδρουλάκη ζούμε καθημερινά ένα διαφορετικό κλίμα στον τρόπο που μας υποδέχεται ο κόσμος, που ακούν τις παρεμβάσεις και προτάσεις μας, ένα κλίμα που αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις αυτής της περιόδου που διπλασιάζουν την εκλογική μας επίδοση του 2019, που δείχνουν ότι αφήνουμε πίσω το δημοσκοπικό τέλμα του 6%-7%.

Υπάρχει μια κοινωνική και πολιτική δυναμική, μια ελπίδα και μια προσδοκία που είναι δική μας ευθύνη να εκφράσουμε, να εκπροσωπήσουμε.

Αυτό δεν συμβαίνει τυχαία.

Η ελληνική κοινωνία είναι ταλαιπωρημένη, κουρασμένη. Δώδεκα χρόνια ζει αλλεπάλληλες περιπέτειες, από τη  χρεοκοπία στα Μνημόνια, από τη πανδημία στην άνοδο του πληθωρισμού, από τη βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την ενεργειακή και οικονομική κρίση που εκφράζεται με ιδιαίτερο τρόπο στην χώρα μας. Παράλληλα με αυτά έχουμε την κλιματική κρίσης, τα μεταναστευτικά ρεύματα και βέβαια πάντα παρούσα την Τουρκική επιθετικότητα και  τον Τουρκικό αναθεωρητισμό.

Πολλά τα προβλήματα, πολλές οι δοκιμασίες και μαζί μ΄ αυτά η συνεχής διάψευση των προσδοκιών του λαού που δημιουργούνταν ανά διαστήματα. 

Αρχικά η μεγάλη διάψευση που φέρει το όνομα του ΣΥΡΙΖΑ, που στηρίχθηκε στην κατασυκοφάντηση του ΠΑΣΟΚ, που λεηλάτησε τον χώρο μας και ανέβηκε στην εξουσία εκπροσωπώντας ένα πρωτόγνωρο λαϊκισμό, με  έναν επικίνδυνο διχαστικό λόγο και υποσχόμενος τα πάντα στους πάντες ακολούθησε τελικά πολιτικές που ανέδειξαν την μεγάλη πολιτική απάτη του και ισοπέδωσαν την μεσαία τάξη με δυσβάστακτους φόρους.

Στη συνέχεια ακολούθησε η διάψευση από τη σημερινή Κυβέρνηση της ΝΔ, που ήρθε στην εξουσία υποσχόμενη την κανονικότητα, την επιστροφή στην ανάπτυξη, υποσχόμενη μεταρρυθμίσεις που έπεισαν ακόμα και κεντρώα έως και κεντροαριστερά ακροατήρια για να ακολουθήσει η απογοήτευση.

Απογοήτευση, από την μεταρρυθμιστική ατολμία της. Από την αδυναμία της να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις κρίσεις, παίρνοντας πάντα καθυστερημένα αποφάσεις, νομοθετώντας αποσπασματικά και με ημίμετρα, δίχως σχέδιο για το μέλλον, έχοντας απέναντί της μια αξιωματική αντιπολίτευση που με την τακτική της την πριμοδοτεί ουσιαστικά.

Φίλες και φίλοι,

Αυτή είναι η ώρα που εμείς πρέπει να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας σ΄ όλα τα επίπεδα, δείχνοντας ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ο χώρος των δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, του μεταρρυθμιστικού Κέντρου της Κεντροαριστεράς, των δυνάμεων της οικολογίας. 

Αυτή είναι η ώρα να δείξουμε ότι υπάρχουν διαφορετικοί δρόμοι, ότι υπάρχει εναλλακτική πολιτική λύση, σοσιαλδημοκρατική λύση.

Γι’ αυτό ας εργαστούμε σκληρά, προγραμματικά, ιδεολογικά , οργανωτικά.

–          Ας μη παρασυρόμαστε από την αισιοδοξία των ερευνών κοινής γνώμης και ας δείξουμε ότι εκφράζουμε κάτι το ριζικά διαφορετικό από τον συντηρητισμό της Ν.Δ και τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Να αναδείξουμε μια σύγχρονη φυσιογνωμία που θα στηρίζεται σε θαρραλέες, πειστικές, καλά μελετημένες προτάσεις πάνω στα μείζονα θέματα που αφορούν την Ελληνική κοινωνία.

–          Ας παίρνουμε θέσεις χωρίς ούτε-ούτε, αλλά με σαφείς προτεραιότητες και αιχμές. Δεν έχουμε κανένα λόγο να ανησυχούμε από δήθεν δεξιόμετρα και αριστερόμετρα από όσους έχουν να απολογηθούν για όσα έκαναν ή δεν έκαναν.

–          Ας δείξουμε με τις παρεμβάσεις μας ότι εμείς μπορούμε να εκπροσωπήσουμε από την μία δυναμικά κοινωνικά στρώματα που έχουν φιλοδοξία για τον ρόλο και την πορεία της χώρας, που απαιτούν μεταρρυθμίσεις, που αντιμετωπίζουν πάγιες αγκυλώσεις της κοινωνίας μας. Και από την άλλη ότι μπορούμε να εκπροσωπήσουμε ταυτόχρονα τις κοινωνικές κατηγορίες που πλήττονται περισσότερο με όσα γίνονται, που πιέζονται για να τα βγάλουν πέρα.

–          Ας  αναδείξουμε ως πρώτη προτεραιότητα την ανάγκη για πολιτικές που αντιμετωπίζουν τις ανισότητες που γιγαντώθηκαν μέσα στις πολλαπλές κρίσεις που ζούμε. Βρισκόμαστε μπροστά στην τρομακτική προοπτική μιας κοινωνίας διχασμένης ανάμεσα σ’ αυτούς που  μετέτρεψαν τις κρίσεις σε ευκαιρία κερδοσκοπίας και αύξησης των υπερκερδών τους σε μια σειρά κλάδους, όπως η ενέργεια, τα καύσιμα και άλλα, και από την άλλη στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών που αδυνατούν να δουν με αισιοδοξία το μέλλον.

–          Ας προετοιμαστούμε όχι μόνο για τις κρίσεις που περνάμε, αλλά και για αυτές που έρχονται στο μέλλον από τις πιθανές καταστροφές λόγω κλιματικής κρίσης. Για  τις αλλαγές στην εργασία, την κοινωνική ζωή, την Παιδεία, αλλαγές θετικές, αλλά και με κινδύνους λόγω της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, της ψηφιοποίησης και της ρομποτικής.

Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας, για τους νέους μας, που μέχρι στιγμής έχουν πληρώσει τα βαρύ τίμημα της κρίσης.

Για εμάς η πρόκληση είναι να μιλήσουμε την γλώσσα της αλήθειας και της ευθύνης, του ρεαλισμού και των μεγάλων αλλαγών και όχι την γλώσσα του γλώσσα του χθες.

Να μιλήσουμε την γλώσσα του μέλλοντος.

Τη γλώσσα των προβλημάτων και των αναγκών του λαού μας και ειδικά των νέων.

Να δώσουμε απαντήσεις για αυτά που θέλουμε εμείς και όχι για αυτά που θέλουν να μας βάλουν να συζητάμε εκείνοι, με το θέμα των υποτιθέμενων μετεκλογικών συνεργασιών.

Μπορούμε να ανέβουμε και θα ανεβούμε.

Μπορούμε να πρωταγωνιστήσουμε και θα το πετύχουμε.

Πρώτος σταθμός είναι οι επόμενες Εθνικές εκλογές.

Η μητέρα των μαχών θα δοθεί στην πολιτική κυριαρχία στον χώρο του Κέντρου. Στον δικό μας χώρο. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε, για να επανακτήσουμε τον χώρο αυτό, ο οποίος δεν έχει καμία πολιτική σχέση και ώσμωση, ούτε με τον συντηρητισμό της ΝΔ ούτε με τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Να απευθυνθούμε στον κόσμο που είτε έφυγε Αριστερά, Είτε Δεξιά, είτε έμεινε στον καναπέ του. Και μιλάω για τη βάση μας, όχι για αυτούς που πήγαν να πάρουν θέσεις. Για αυτούς που τους έκανε το ΠΑΣΟΚ Γραμματείς και αυτοί αποδείχθηκαν οι χειρότεροι Φαρισαίοι.

Ας πορευτούμε λοιπόν δυνατά με αισιοδοξία, ενότητα, σκληρή δουλειά και σοβαρότητα.

Ας μετατρέψουμε τις επερχόμενες εθνικές εκλογές σε μια πρώτη αποδείξει ότι ναι ανατρέπουμε τους πολιτικούς συσχετισμούς, ότι το ΠΑΣΟΚ Είναι πάλι εδώ για να πρωταγωνιστήσει και θα τα καταφέρει.

Καλό αγώνα σύντροφοι

«Με το Συνέδριο μας επανιδρύουμε το ΠΑΣΟΚ για να πρωταγωνιστήσουμε και πάλι και να αλλάξουμε τους πολιτικούς συσχετισμούς»

Χθες με φιλοξένησαν στην ραδιοφωνική εκπομπή τους, στον “Παραπολιτικά 90.1”, ο Γιώργος Κουβαράς και ο Γιώργος Πιέρρος. Στην συζήτηση μας αναφερθήκαμε κυρίως στο Συνέδριο του κόμματος μας που ξεκινά σήμερα.

Αναφορικά με το πολιτικό πλαίσιο του Συνεδρίου, ανέφερα:

«Το Συνέδριο μας έρχεται σε μια κομβική στιγμή και για τη χώρα, αλλά και για τον πολιτικό μας χώρο. Τους τελευταίους πέντε μήνες είχαμε την εκλογή του Προέδρου μας, του Νίκου Ανδρουλάκη, που έφερε έναν αέρα ανανέωσης, μια δυναμική ενίσχυσης των δυνάμεων μας και μια διεύρυνση του ακροατηρίου μας, όπως δείχνουν τα δημοσκοπικά ευρήματα. Σκοπός μας λοιπόν, είναι όλη αυτή η δυναμική να μπορέσει αποκρυσταλλωθεί και να φανεί στα αποτελέσματα των επόμενων εκλογών.

Πρωταρχικός μας στόχος είναι να ενισχύσουμε εκλογικά μας ποσοστά. Επιδιώκουμε την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών, προκειμένου να είμαστε χρήσιμοι για την χώρα μας, προκειμένου να μπορέσουμε να φέρουμε μια Σοσιαλδημοκρατική πολιτική κόντρα στις ανισότητες.

Γιατί βλέπουμε από την μία μεριά, ότι έχουμε μια αδύναμη Κυβέρνηση που δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει ουσιαστικά και σοβαρά τις κρίσεις των τελευταίων χρόνων. Και από την άλλη, μια ανύπαρκτη Αξιωματική Αντιπολίτευση, που με τον μηδενισμό και τον λαϊκισμό της, ουσιαστικά πριμοδοτεί τη Κυβέρνηση.  

Συνεπώς το μείζον θέμα του Συνεδρίου μας έχει να κάνει με την αποσαφήνιση της πολιτικής φυσιογνωμίας, της στρατηγικής, των θέσεων και των προτάσεων μας. Αντίθετα με τα συνέδρια άλλων κομμάτων, το δικό μας δεν θα αναλωθεί σε διαδικαστικού χαρακτήρα θεματολογία.»

Σχετικά με το ιδεολογικό πλαίσιο του Συνεδρίου μας, επισήμανα:

«Μιλάμε ουσιαστικά για την επανίδρυση του χώρου μας. Μιλάμε για την επανίδρυση του προοδευτικού, του Μεταρρυθμιστικού Κέντρου, του Σοσιαλδημοκρατικού,  Κεντροαριστερού χώρου στη χώρας μας.

Η ΝΔ είναι ο ιστορικός και πολιτικός μας αντίπαλος, ο οποίος κάνει μια προσπάθεια να εμφανιστεί ως εκφραστείς του Κεντρώου χώρου. Ωστόσο,  όσο και αν προσπαθεί να εμφανιστεί ότι απευθύνεται στον χώρο του Κέντρου, η ουσία των πολιτικών που εφαρμόζει δεν μας δείχνει κάτι τέτοιο.  

Όταν αναγκάζεται η Κυβέρνηση, ύστερα από την ασφυκτική πίεση μας, να φέρει την κατάργηση της ρήτρα αναπροσαρμογής, όταν καθυστερημένα αποφασίζει την αύξηση του κατώτατου μισθού – μια αύξηση που έχει εξαϋλωθεί από την ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού – αυτό μας δείχνει ότι δεν έχει κοινωνική ευαισθησία, αλλά ότι αντιδρά στα αρνητικά δημοσκοπικά ευρήματα.

Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο υπαρξιακός μας αντίπαλος. Είναι ο πολιτικός σχηματισμός, ο οποίος λεηλάτησε με μια συγκεκριμένη στρατηγική, κατασυκοφάντησε τον πολιτικό μας χώρο με αφορμή την οικονομική κρίση του 2009. Είναι το κόμμα που εξέφρασε έναν άκρατο λαϊκισμό και διέψευσε την ελπίδα και τις προσδοκίες του κόσμου, ρισκάροντας ακόμα και το μέλλον της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση και τα δύο κόμματα έχουν διαψεύσει τις προσδοκίες των πολιτών.»

Σχετικά με την παρουσία των πρώην Προέδρων του ΠΑΣΟΚ στο Συνέδριο, είπα:

«Είναι πολύ σημαντικό ότι όλοι οι πρώην εν ζωή Πρόεδροι της Παράταξης μας θα είναι παρόντες στο Συνέδριο, σηματοδοτώντας την πολιτική συνέχεια του χώρου. Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, είναι ενωμένο, δυνατό ξανά, προκειμένου να μπορέσει να δώσει σοβαρές λύσει και προτάσεις και κυρίως να ξαναδώσει την ελπίδα στους πολίτες.»

Κύριε Γεωργιάδη, εγκαταλείψτε ως Κυβέρνηση την έπαρση σας, χρειάζεται υπευθυνότητα και σοβαρότητα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κοινωνίας.

Με παρέμβαση  η Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, Νάντια Γιαννακοπούλου, απάντησε στις αιτιάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Άδωνη Γεωργιάδη, ενώ παράλληλα έθεσε επί τάπητος τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία, ζητώντας συγκεκριμένες, σοβαρές και υπεύθυνες απαντήσεις.

Συγκεκριμένα η κα. Γιαννακοπούλου στην παρέμβαση της, τόνισε:

« Κύριε Υπουργέ, δεν θα επιτρέψουμε να απαλλοτριώσετε το δικαίωμα και την υποχρέωση του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής να ασκεί σοβαρή και υπεύθυνη αντιπολίτευση, στην Κυβέρνηση σας.

Εκτίθεστε και εκθέτετε  τον πανικό σας από τη δημοσκοπική άνοδο του κόμματος μας, σε αντιδιαστολή με τη δική σας πτώση. Είναι τέτοιος ο πανικός σας από τα αρνητικά δημοσκοπικά ευρήματα που σπεύδετε, καθυστερημένα, να  υιοθετήσετε τις προτάσεις που το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής είχε φέρει σε αυτή εδώ την Αίθουσα πριν μερικούς μήνες. Αλλά τότε μας κατηγορούσατε για λαϊκισμό.

Θέλετε να σας θυμίσουμε τι μας λέγατε όταν προτείναμε την κατάργηση της ρήτρας αναπροσαρμογής; Μας λέγατε ότι δεν γινόταν, όμως, τελικά , φαίνεται ότι μπορεί να γίνει.

Θέλετε να σας θυμίσουμε τι λέγατε για την αύξηση του κατώτατου μισθού;  Τελικά πιεζόμενοι από την δυσφορία του κόσμου σπεύσατε να το κάνετε, αν και πάλι με καθυστέρηση.

Η αξιοπιστία του καθενός και της κάθε μίας από εμάς κρίνεται από τον υπέρτατο κριτή της Δημοκρατίας, τον ελληνικό λαό.

Η έπαρση με την οποία παρουσιάζεστε στη Βουλή, καλύτερα να την αφήσετε για τις τηλεοπτικές σας εμφανίσεις. Εμείς σας καλούμε να απαντήσετε σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως γιατί στο Λουξεμβούργο με κατώτατο μισθό 2.500 ευρώ, η βενζίνη κοστίζει 1,8 και στην Ελλάδα με 700 ευρώ κατώτατο μισθό, κοστίζει από 2,10 έως 2,40. Ακόμα και για αυτή την διαφορά στην τιμή έχετε κάτι να μας πείτε ή ούτε και για αυτό έχετε κάποια ευθύνη;

Είναι ουτοπικό να κατηγορείτε για όλα τα διεθνείς συγκυρίες. Σας παρακαλώ κύριε Υπουργέ, καλύτερα να εγκαταλείψετε  την έπαρση σας, χρειάζεται υπευθυνότητα και σοβαρότητα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του κόσμου.»