Τώρα που αλλάζει ο κόσμος, μόνη λύση η ενότητα στην Ευρώπη

Άρθρο μου στην Athens Voice

Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τη χώρα μας ως τον «αδύναμο κρίκο» της Ευρώπης. Δεν είμαστε, εξάλλου, σε θέση ισχύος, ώστε να έχουμε δυνατή φωνή στα κέντρα αποφάσεων της Ε.Ε. – είτε πρόκειται για την οικονομική, είτε για την εξωτερική πολιτική. Στην εποχή της κρίσης, των μνημονίων και της λιτότητας εξάλλου, η – σχεδόν αποκλειστική – ενασχόληση με τα «δικά μας» είναι εν μέρει δικαιολογημένη.

Τη στιγμή, όμως, που εγείρονται σοβαρά ζητήματα για την ενότητα και το μέλλον όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και όλου του Δυτικού κόσμου, οφείλουμε να κοιτάζουμε και την ευρύτερη εικόνα. Το πολιτικό σύστημα να είναι σε επαγρύπνηση, ώστε η ενδοσκόπηση να μην μετατραπεί σε στρουθοκαμηλισμό.

Θα είναι τεράστιο σφάλμα να παραβλέψουμε τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες στο παγκόσμιο περιβάλλον και τον σαφή αντίκτυπο που θα έχουν όχι μόνο στην Ε.Ε. αλλά και σε εθνικό επίπεδο. Η ομιλία του νεοεκλεγέντα Προέδρου των ΗΠΑ κ. Τραμπ δεν άφησε περιθώρια θετικών ερμηνειών των προθέσεών του σε ό,τι αφορά την πολιτική που θα ακολουθήσει. Σε ευθεία αντίθεση με όλους τους προκατόχους του που ευαγγελίζονταν ενότητα και ειρήνη, ο κ. Τραμπ σπέρνει τον φόβο και τον διχασμό, με μια ρητορεία που διακατέχεται από βαθύτατο εθνικισμό και περιφρόνηση των εντός και εκτός συνόρων «αντιπάλων» του.

Στη διελκυστίνδα που δημιουργείται στο παγκόσμιο στερέωμα, η Ενωμένη Ευρώπη δεν μπορεί να μείνει με τα χέρια σταυρωμένα, ειδικά δεδομένου ότι η στάση του αμερικανού ηγέτη δεν είναι η μοναδική απειλή στην ενότητα των 27. Οι δηλώσεις της βρετανής πρωθυπουργού Τερέζα Μέι εν όψει των διαπραγματεύσεων για την εφαρμογή του Brexit δεν είναι ευοίωνες σε ό,τι αφορά την συνέχιση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα είναι ότι το βάρος της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης δυστυχώς έχει πλήξει κυρίως τους πιο αδύναμους, δίνοντας την ευκαιρία στα αυτοαποκαλούμενα «αντισυστημικά» κόμματα να επιχειρούν την αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, με τον ευρωσκεπτικισμό να αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα και την φασίζουσα δεξιά να τρίβει τα χέρια της.

Χρειάζονται τολμηρές αποφάσεις, γενναίες δράσεις και αυτοκριτική. Αυτοκριτική για όσα λάθη μας έφεραν ως εδώ, αυτοκριτική γιατί οι μεγάλοι της Ευρώπης άφησαν την οικονομία να περάσει πάνω από το «πτώμα» της ενοποίησης και της εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού στερεώματος.  Και δράσεις που δημιουργούν ένα δίχτυ ασφαλείας σε όλους τους Ευρωπαίους, κοινωνική προστασία για όλους και χρηματοδότηση για ανάπτυξη σε κάθε γωνιά της Ευρώπης. Και βέβαια σε ένα τέτοιο μεταβαλλόμενο πλαίσιο, η Ευρώπη δε θα πρέπει παραλείψει να θωρακιστεί απέναντι σε κάθε απειλή προς την πολιτική συνοχή της, κι αυτό είναι ευθύνη όλων των κρατών-μελών, όσο μικρή κι αν είναι η δύναμή τους.

Όταν λοιπόν ο Τραμπ  ρωτάει «Ευρώπη; Ποιά Ευρώπη;» όλοι όσοι αγωνιούμε για τον νέο κόσμο που δημιουργείται, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιτάξουμε την Ευρώπη της ελευθερίας, των δικαιωμάτων, της αλληλεγγύης και της προόδού. Στην πράξη όμως, όχι μόνο μόνο στα λόγια πια.

 

Η πολυφωνία και η ελευθεροτυπία «στο καναβάτσο»

άρθρο μου στο liberal.gr

Τις προηγούμενες μέρες παρακολουθήσαμε με συγκίνηση έναν από τους καλύτερους και δημοφιλέστερους προέδρους των ΗΠΑ, τον Μπαράκ Ομπάμα, να απευθύνει αποχαιρετιστήριο διάγγελμα πριν αποχωρήσει από την προεδρία. Τη συγκίνηση διαδέχθηκε η αποστροφή, όταν την επόμενη μέρα είδαμε τον διάδοχό του Ντόναλντ Τραμπ να επιτίθεται σε δημοσιογραφικούς οργανισμούς σε συνέντευξη τύπου.

Ίσως το περιστατικό να περνούσε απαρατήρητο στη χώρα μας αν δεν είχε συμπέσει με την πολύκροτη αγωγή του κ. Καμμένου εναντίον του γελοιογράφου και δημοσιογράφου Ανδρέα Πετρουλάκη που πριν δύο χρόνια …τόλμησε να του ασκήσει κριτική, αλλά και με τις συλλήψεις των δημοσιογράφων κκ. Κουρτάτη και Τζένου των «Παραπολιτικών».

Οι παραλληλισμοί είναι προφανείς, και οποιαδήποτε σύγκριση με τον γνωστό για τις ακραίες συντηρητικές αντιλήψεις του νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των ΗΠΑ (γνωστό, μεταξύ άλλων, και για τις πολυάριθμες δικαστικές διαμάχες στις οποίες έχει πρωταγωνιστήσει, μεταξύ των οποίων και αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση), σίγουρα δεν θα ήταν τιμητική για οποιονδήποτε δημοκρατικό πολίτη, πόσω μάλλον για τον εταίρο της υποτιθέμενης «πρώτης φορά αριστερής» κυβέρνησης της χώρας μας.

Δικαίως λοιπόν η υπόθεση έχει σηκώσει κύμα συμπαράστασης προς τους εν λόγω δημοσιογράφους και διαμαρτυρίας για την πρακτική που επιλέγει να ακολουθήσει ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ. Γιατί δεν συζητάμε για την ηθική βλάβη που υποτίθεται ότι υπέστη ο ίδιος από το δημοσίευμα – εξάλλου κάθε Έλληνας πολίτης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της προστασίας της προσωπικότητάς του. Όμως εδώ μιλάμε για ένα ακόμη δείγμα της καθεστωτικής συμπεριφοράς που διακρίνει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε κάθε έκφανσή της. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το ότι ούτε ένα στέλεχος της κυβέρνησης δεν καταδίκασε την κίνηση του Πάνου Καμμένου.

Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση και τα στελέχη της επιτίθενται στην τέταρτη εξουσία. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα χειραγώγησης του τηλεοπτικού τοπίου με τον αντισυνταγματικό νόμο Παππά, έρχεται μία ακόμη προσπάθεια εκφοβισμού των δημοσιογράφων, ένα ακόμη χτύπημα εναντίον της ελευθεροτυπίας, εναντίον του ίδιου του Συντάγματος που προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της νοοτροπίας των κυβερνώντων, που απέχουν πολύ από την βαρύγδουπη δήλωση του Πρωθυπουργού ότι αποτελούν «κάθε λέξη του Συντάγματος».

Η κατάθεση της εν λόγω αγωγής από τον κ. Καμμένο εναντίον του δημοσιογράφου και του ειδησεογραφικού ιστότοπου που φιλοξενούσε το δημοσίευμα δεν πηγάζει από την δήθεν πληγείσα τιμή και υπόληψη ενός πολιτικού που έχει βασίσει όλη την πορεία του στο διχαστικό λόγο, τα ψέμματα και το μίσος, αλλά από την αλαζονεία που διακρίνει αυτές τις πρακτικές του ιδίου αλλά και την κυβέρνηση στην οποία μετέχει.

Μακράν, λοιπόν, απέχουν οι πρακτικές που ακολουθεί η δήθεν αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από οποιαδήποτε αριστερή, δημοκρατική αντίληψη. Οι κυβερνώντες, όπως φαίνεται, κόπτονται πολύ περισσότερο για τα «ατομικά δικαιώματα» των τρομοκρατών που αλωνίζουν και οργανώνουν δολοφονικές επιθέσεις ανενόχλητοι, απ’ ότι για το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση.

Αριστερά δεν είναι η φίμωση της αντίθετης άποψης ούτε η «τιμωρία» όσων ασκούν κριτική. Ακόμη κι όταν η κριτική αυτή δεν είναι αρεστή. Ο αυταρχικός κατήφορος της κυβέρνησης δυστυχώς βάζει στο καναβάτσο, για μία ακόμη φορά, την πολυφωνία, την ελευθεροτυπία και, εν τέλει, την ίδια τη δημοκρατία.

 

Τέλος στον εθνικό διχασμό

Άρθρο μου στην Athens Voice


Πριν δύο χρόνια, τέτοιες μέρες, οδηγηθήκαμε εκβιαστικά σε εθνικές εκλογές εξαιτίας της δίψας του ΣΥΡΙΖΑ για εξουσία με κάθε κόστος. Τις οικονομικές συνέπειες της καταστροφικής διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τις βιώνουμε όλοι στην τσέπη μας, στην καθημερινότητά μας.

Όμως τα αποτελέσματα της ανεύθυνης στάσης που άσκησαν οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, από την πρώτη στιγμή που η κρίση χτύπησε την πόρτα μας, είναι βαθύτερα, μακροβιότερα και ακόμη πιο καταστροφικά για τους Έλληνες πολίτες: οδηγηθήκαμε σε έναν πρωτοφανή εθνικό διχασμό. Είτε τον χρωματίζουμε με χαρακτηριστικά «παλιού» εναντίον «νέου», είτε παίρνει τη μορφή του άκρως επικίνδυνου «ή αυτοί ή εμείς», δυστυχώς η νοοτροπία που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια και έχει δηλητηριάσει τη συλλογική μας συνείδηση ευθύνεται, τελικά, για τον φαύλο κύκλο από τον οποίο ακόμη αναζητούμε διέξοδο.

Ο λόγος για τον οποίο δεν βγήκαμε δυνατότεροι μέσα από την κρίση, όπως όλοι ελπίζαμε ότι θα συνέβαινε τα πρώτα χρόνια της οικονομικής δυσχέρειας, δεν είναι μόνο η κακή διαπραγμάτευση ή η σκληρή στάση των δανειστών. Είναι το ότι η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου της χώρας, αντί να προτάξει το εθνικό συμφέρον και να αναδείξει τον καλύτερο εαυτό του, επιδόθηκε σε κατασκευή τεχνητών αδιεξόδων, κανιβαλισμό και κοκορομαχίες, έδωσε προτεραιότητα σε μικροκομματικές σκοπιμότητες και προσωπικά συμφέροντα και δίχασε με το χειρότερο τρόπο τον ελληνικό λαό.

Αν διερωτώμαστε γιατί αδυνατούμε να ορθοποδήσουμε τα τελευταία 6 χρόνια, η απάντηση είναι μπροστά μας: πώς να μπορέσει να ξαναπάρει ο Έλληνας πολίτης την τύχη του στα χέρια του, όταν έχει «εκπαιδευτεί» από τους κομματικούς διαξιφισμούς να αντιμετωπίζει τον διπλανό του ανταγωνιστικά, ή ακόμη και εχθρικά;

Ο συγκρίσεις με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. που κατάφεραν να βγουν από τα μνημόνια είναι ντροπιαστικές για όλους μας. Τι κατόρθωσαν η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος; Απλά, αυτό που δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε πράξη εμείς: να συνεργαστούμε και συνεννοηθούμε σε συναινετικές λύσεις, παραμερίζοντας τα κομματικά συμφέροντα. Να επιδείξουμε στοιχειώδη εθνική υπευθυνότητα. Και αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να επιτευχθεί ως μεμονωμένη πρωτοβουλία.

Το επιχείρησε από την πρώτη στιγμή το ΠΑΣΟΚ, και αντί για ευήκοα ώτα βρήκε απέναντί του κλειστές πόρτες. Αντί για συναίνεση και συνεννόηση, όπως ζητούμε ανελιπώς από το 2010, αντιμετωπίσαμε είτε λυσσαλέα αντιπολίτευση είτε στείρα άρνηση, μπροστά σε μία τεράστια πρόκληση που αν μη τι άλλο επέβαλε ενότητα και εθνική ομοψυχία.

Το γεγονός ότι ο διχασμός γεννήθηκε από τις πολιτικές δυνάμεις δεν σημαίνει ότι το τέλος του θα έρθει απαραίτητα από αυτές. Ο πολιτικός κόσμος της χώρας όμως οφείλει να είναι η αφετηρία του. Δεν είναι μόνο εθνική υποχρέωση, είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη ουδέποτε δείλιασε μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις, και η νέα εθνική συμφιλίωση είναι το μεγάλο στοίχημα που μπορούμε και πρέπει να κερδίσουμε. Το χρωστάμε όχι μόνο στην ιστορική μας πορεία, στη σοσιαλδημοκρατία και στις αρχές και αξίες που πρεσβεύει, αλλά σε κάθε προοδευτικό πολίτη που μας εμπιστεύτηκε διαχρονικά και περιμένει από εμάς να αρθούμε για άλλη μια φορά στο ύψος των περιστάσεων.

Μοναδικός τρόπος για να αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων ειναι να ενισχυθεί η Δημοκρατική Συμπαράταξη, η αυθεντική κεντροαριστερά. Η παράταξη που έκανε τις σημαντικότερες τομές στη νεότερη ελληνική ιστορία, που έφερε το κοινωνικό κράτος, που έβαλε τον πολίτη στο επίκεντρο και τα αιτήματά του στο προσκήνιο. Η μόνη παράταξη που μπορεί να δώσει ξανά λύσεις στα προβλήματα του ελληνικού λαού, ο οποίος κουράστηκε να παρακολουθεί μια ανίκανη κυβέρνηση να βουλιάζει τη χώρα σε περαιτέρω ύφεση, φοροεπιδρομή, περικοπές συντάξεων και εισοδημάτων και ανεργία, και μια ανεύθυνη αντιπολίτευση που μοναδική πρόταση που εκφράζει είναι μια εκ νέου εκλογική αναμέτρηση.

Η μοναδική παράταξη, εν τέλει, που μπορεί να εμπνεύσει ξανά την ενότητα, τη σύμπνοια και τη συνεργασία, να φέρει τέλος στον εθνικό διχασμό και να ανοίξει τον δρόμο προς την ανάκαμψη, είναι η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Και ο μόνος τρόπος να βγούμε από την κρίση και τα μνημόνια είναι να επιβάλλουμε τη συναίνεση ανάμεσα σε όλες τις δημοκρατικές, φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις του τόπου.

Το στοίχημα είναι η σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία

άρθρο μου στο reporter.gr


Στα χρόνια της κρίσης, το μεγαλύτερο στοίχημα για τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου δεν είναι η μόνο η οικονομία, η διαπραγμάτευση και εφαρμογή των μνημονίων, ούτε απλώς η θεσμοθέτηση μεταρρυθμίσεων, αλλά κυρίως –και ως τελικός στόχος όλων των παραπάνω- η ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης της κοινωνίας, όχι σε κάθε μεμονωμένο κόμμα, αλλά στο πολιτικό σύστημα εν γένει.
Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν είναι μόνο ελληνικό. Η δυσπιστία και η απογοήτευση που ιστορικά ακολουθεί μια οικονομική κρίση, ωθεί διεθνώς το εκάστοτε εκλογικό σώμα στη λεγόμενη πλέον  «αντισυστημική» ψήφο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ακραίες δυνάμεις που κινούνται στις παρυφές της δημοκρατίας και κερδίζουν διαρκώς δύναμη σε χώρες της Ε.Ε., ο ευρωσκεπτικισμός, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit και, βεβαίως, πιο πρόσφατα, η εκλογή του Donald Trump στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ.
Είτε όμως πρόκειται για ακραίες δεξιές φωνές, είτε για τη δήθεν αριστερή ρητορική που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, κοινός παρονομαστής παραμένει η ανάγκη του κάθε πολίτη να αναζητήσει ένα διαφορετικό μήνυμα, κάτι «νέο»,  μία πραγματική αλλαγή και να εναποθέσει τις ελπίδες του σε αυτό. Στο μεν εξωτερικό μένει να δούμε πώς θα εξελιχθούν αυτές οι επιλογές. Στην Ελλάδα, από την άλλη, το βιώνουμε καθημερινά τα τελευταία δύο χρόνια.
Το εύπεπτο αφήγημα που πούλησε ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά (και το οποίο επιμένει, ενάντια σε κάθε λογική, να ντύνει τις αλλεπάλληλες αποτυχίες της κυβέρνησης,) αποδείχθηκε μεγαλοπρεπώς ότι δεν ήταν άλλο από ένα κακογραμμένο παραμύθι, που μοναδικό στόχο είχε την παραπλάνηση του Έλληνα πολίτη, προκειμένου να γαντζωθεί στην καρέκλα της εξουσίας.
Την εμπιστοσύνη που, αν κρίνουμε από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, έχει απωλέσει οριστικά η κυβέρνηση, διεκδικεί ξανά η Νέα Δημοκρατία, προτάσσοντας με τη σειρά της το δικό της ωραιοποιημένο αφήγημα. Το δήθεν «άνοιγμα» της ΝΔ στον μεσαίο χώρο και η επιφανειακή αποστασιοποίησή της από τις βαθιά συντηρητικές φωνές που διατηρεί στους κύκλους της δεν είναι άλλο από την ίδια όψη του ιδίου νομίσματος: η άντληση δύναμης από τον χώρο του κέντρου, που παραδοσιακά ανήκε ιδεολογικά και ουσιαστικά στο ΠΑΣΟΚ.
Στη Δημοκρατική Συμπαράταξη γνωρίζουμε ότι το μεγάλο αυτό στοίχημα δεν κερδίζεται εύκολα. Πρωτίστως, όμως, έχουμε απόλυτη συναίσθηση ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι μια ανώνυμη μάζα στο έλεος μιας διελκυστίνδας που οδηγεί σε νέα αδιέξοδα. Παρά τις προσπάθειες του διπόλου ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, οι επιλογές του Έλληνα πολίτη δεν περιορίζονται στο τεχνητό δίλημμα ανάμεσα στον άκρατο, ανέξοδο λαϊκισμό και στον επιμελώς μεταμφιεσμένο συντηρητισμό.
Αυτό που ζητά σήμερα απεγνωσμένα ο Έλληνας πολίτης είναι ξεκάθαρες λύσεις, ειλικρινείς απαντήσεις. Απαντήσεις στον νέο άνεργο, στον νέο υποαπασχολούμενο, στον εργαζόμενο που δουλεύει για μισθούς πείνας. Στον οικογενειάρχη που έχει φτάσει στα όριά του με την φοροεπιδρομή και τα κόκκινα δάνεια. Στον συνταξιούχο που βλέπει τους κόπους μιας ζωής να εξανεμίζονται, αλλά και στον νέο εργαζόμενο που δεν βλέπει μέλλον, με τις τεράστιες αλλαγές στο ασφαλιστικό και τις δυσβάσταχτες εισφορές. Σε κάθε πολίτη που βλέπει την απειλή ενός νέου, τέταρτου, ακόμη σκληρότερου μνημονίου να του χτυπά την πόρτα.
Η απάντηση στα προβλήματα του Έλληνα πολίτη πρέπει να είναι μία, και οφείλει να έρθει από εμάς, τη Δημοκρατική Συμπαράταξη. Την πραγματική κεντροαριστερά, τον εκφραστή της ευρωπαικής σοσιαλδημοκρατίας, που βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο έμπρακτα, με συγκεκριμένες προτάσεις για μία νέα Εθνική Αναπτυξιακή και Κοινωνική Συμφωνία για Προοδευτικές Μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, θα επιταχύνουν την ανάπτυξη και τις νέες επενδύσεις, θα φέρουν θέσεις εργασίας, αλλά και θα εγγυηθούν την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.

Βασισμένη σε μια νέα σχέση κράτους – κοινωνίας- αγοράς. Σχέση συνεργατική και όχι σχέση αντιπαλότητας.
Με βασική προτεραιότητα μας το κοινωνικό κράτος, με αιχμή την υγεία και την παιδεία. Μία απάντηση που δεν περιορίζεται σε ευχολόγια ούτε σε διαρκείς αναφορές στα πεπραγμένα μας, αλλά αποτυπώνονται σε συγκεκριμένο σχέδιο, ρεαλιστικό και πραγματοποιήσιμο.
Για  να ανατραπεί η υφιστάμενη κατάσταση, για να δυναμώσει η φωνή της δύναμης που έχει το σθένος και την αξιοπρέπεια να κοιτάζει τον Έλληνα κατάματα και να του λέει την αλήθεια, χρειάζεται αλλαγή συσχετισμών δυνάμεων. Μια παράταξη που ανέκαθεν διατηρεί σχέση αμφίδρομη με την κοινωνία. Σχέση εμπιστοσύνης, σχέση που ενισχύει τη φωνή κάθε δημοκρατικού πολίτη, για να δυναμώσει μαζί του και η δική μας φωνή.
Για να ξαναβρούμε την εθνική μας αυτοπεποίθηση, μέσα από τη νέα αυτογνωσία που αποκτήσαμε μέσα από την κρίση.  Μέσα από την εθνική συναίνεση και συνεννόηση που εμείς μπορούμε να επιβάλουμε με την δύναμη του ελληνικού λαού, χωρίς τις οποίες θα συνεχίσουμε να ταλαντευόμαστε μεταξύ μνημονίων και ομφαλοσκόπησης.

Μπορούμε καλύτερα και μπορούμε όλοι μαζί.

άρθρο μου στο liberal.gr

Η αξιολόγηση άργησε επτά μήνες, χρειάστηκε να ψηφιστούν τα πιο σκληρά μέτρα που λάβαμε ποτέ, αλλά τελικά την δόση θα την πάρουμε. Τα γλιτώσαμε τα βράχια γι’ αυτό το καλοκαίρι.

Και τώρα, τι;

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει που έδωσε τα πάντα και δεν πήρε τίποτα. Οι πολίτες περιμένουν μουδιασμένοι να δουν τα αποτελέσματα της «ηρωικής» διαπραγμάτευσης για άλλη μια φορά στο πορτοφόλι τους.

Θα ήταν αφελές να δηλώνουμε ανακουφισμένοι που, μετά από ενάμιση χρόνο αδράνειας, καθυστερήσεων και τραγικών σφαλμάτων, τα οποία κόστισαν στην ελληνική οικονομία 86 δις ευρώ, μπορούμε να επιστρέψουμε σε (όσο το δυνατόν, υπό τέτοιες ασφυκτικές συνθήκες) φυσιολογικούς ρυθμούς. Το ότι γλιτώσαμε την ελεύθερη πτώση στον γκρεμό δεν καθιστά νίκη, ούτε επιστροφή στην κανονικότητα. Θεωρώντας ότι «το μη χείρον, βέλτιστον» είναι σαν να αποδεχόμαστε ότι δεν μπορούμε καλύτερα.

Κι όμως, μπορούμε. Το έχουμε αποδείξει. Στο ερώτημα «καλύτεροι ήταν οι προηγούμενοι;» η απάντηση είναι εκκωφαντικά καταφατική. Δεν είναι καν απαραίτητη η στοιχειώδης σύγκριση∙ αρκεί απλώς να διερωτηθούμε αν πριν ενάμιση χρόνο βρισκόμασταν σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι σήμερα. Μόνο ο φανατικά αμετανόητος ψηφοφόρος των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα μπορούσε να απαντήσει αρνητικά (και όχι πάντα με το χέρι στην καρδιά).

Είναι καθήκον της αντιπολίτευσης να υπενθυμίζουμε στον ελληνικό λαό ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση. Ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι να αναδεικνύει τα λάθη, τις παραλείψεις, την καταστροφική για τη χώρα πολιτική της κυβέρνησης. Και οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φροντίζουν καθημερινά να μας παρέχουν μπόλικη τροφή.

Είναι καθήκον της αντιπολίτευσης να ασκεί δριμεία κριτική, να αποκαλύπτει τα ψέματα, την ασυνέπεια, την ανικανότητα της κυβέρνησης. Όχι επειδή διψά να κατακτήσει την εξουσία, ούτε βέβαια καταφεύγοντας στη λασπολογία, τον ανέξοδο λαϊκισμό και την παροχολογία. Αυτά τα όπλα τα έχουν διεκδικήσει οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προ πολλού, και δυστυχώς για εκείνους, έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα και σύντομη ημερομηνία λήξης. Η άσκηση κριτικής είναι καθήκον μας γιατί, απλούστατα, έχουμε υποχρέωση να λέμε την αλήθεια, μέχρι να γνωρίζει κάθε  Έλληνας πολίτης ποιός φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την περαιτέρω απώλεια εισοδήματος, την απώλεια της ποιότητας ζωής, την υπερφορολόγηση, το υπερμνημόνιο στο διηνεκές.

Εξίσου, όμως, καθήκον μας, είναι να υποδεικνύουμε εναλλακτικές και να παρουσιάζουμε λύσεις.

Τι θα είχε συμβεί, άραγε, αν αντί να προπαγανδίζει προκειμένου να υφαρπάξει «αγανακτισμένες» ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κρατήσει υπεύθυνη στάση τα 6 χρόνια της κρίσης; Αν, αντί για αντίσταση σε κάθε μεταρρύθμιση, είχε συστήσει συναίνεση; Τι θα είχε συμβεί, ακόμη, αν πέρυσι ο ΣΥΡΙΖΑ, με περισσή αλαζονεία, δεν είχε περιφρονήσει επιδεικτικά τη χείρα βοηθείας που προσφέραμε για την πατρίδα;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μπορεί όψιμα να συνειδητοποίησε ότι το μνημόνιο είναι μονόδρομος, όμως απέδειξε περίτρανα ότι μόνη της δεν μπορεί ούτε να διαπραγματευτεί, ούτε να διαφυλάξει τα εθνικά συμφέροντα, ούτε βεβαίως να το εφαρμόσει. Και, φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν είναι ικανή να εγγυηθεί την επιστροφή της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης, ιδίως όταν είναι προφανές ότι περιμένει να έρθει η ανάπτυξη με τις offshore των βουλευτών και υπουργών της.

Το μόνο που είναι ικανή να κάνει είναι να διχάζει την ελληνική κοινωνία, με απαράδεκτες δηλώσεις στελεχών της που συνεχίζουν να καλλιεργούν το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που η ίδια δημιούργησε.

Ούτε όμως είναι λύση να καταφύγουμε πάλι στις κάλπες. Λέγεται συχνά ότι ο ορισμός της παραφροσύνης είναι να κάνεις πάντα το ίδιο και να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα. Το είδαμε στην πράξη στις τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις το 2015.

Μπορούμε καλύτερα και μπορούμε μαζί.

Το αποδείξαμε το καλοκαίρι, που τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης βάλαμε πλάτη για την παραμονή της χώρας στην Ευρώπη. Το απέδειξαν τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη που κατάφεραν και βγήκαν από τα μνημόνια.

Αντί για τη ρητορική του μίσους και του διχασμού, ας επιδιώξουμε νηφαλιότητα. Αντί να επιδιδόμαστε σε κοκορομαχίες, ας πρυτανεύσει η φωνή της λογικής. Και η λογική επιβάλλει συναινέσεις, για να έχουμε κοινωνική συνοχή, για να κάνουμε τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Δεν είναι αργά για να ανασκουμπωθούμε και να δουλέψουμε μαζί για να πετύχουμε τους στόχους μας, με τη συμμετοχή όλων των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων σε μια ευρεία κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Χωρίς εγωισμούς και μικροκομματικές ατζέντες, αλλά με γνώμονα το καλό της χώρας.

Αντιπολίτευση, αλλά με ουσιαστικές προτάσεις

Παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες ένα σουρεαλιστικό σκηνικό, με στελέχη της κυβέρνησης να αλληλοσυγχαίρονται και να επαίρονται για την επιβολή δυσβάσταχτων φόρων και εισφορών και την περαιτέρω διάλυση της οικονομίας που έφερε η υποτιθέμενη διαπραγμάτευσή τους.

Η ως τώρα πορεία της 16μηνης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μας έχει δείξει ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει καμία ευθιξία. Αν υπήρχε, μετά από τόσα σκάνδαλα, κωλοτούμπες, αυτοαναιρούμενες δηλώσεις και προκλητικές συμπεριφορές, θα είχαμε δει, αν όχι μία παραίτηση, έστω μία συγγνώμη. Αντ’ αυτού, βλέπουμε μία σφιχτή γροθιά, πρόθυμη να υποστεί ακόμη και τον αυτοεξευτελισμό της προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία, με γενναίες δόσεις κυνισμού, κλείνοντας, όπως νομίζει, το μάτι στη βασική εκλογική πελατεία της.

Η πιο ανίκανη και επικίνδυνη κυβέρνηση των τελευταίων ετών μιλάει για έξοδο από τα μνημόνια, τη στιγμή που μας φορτώνει και με τέταρτο μνημόνιο-κάβα, τον «κόφτη» που θα ενεργοποιείται ερήμην της βουλής με Προεδρικό Διάταγμα. Βαφτίζει την πλήρη υποταγή της στις αξιώσεις των δανειστών ως «καλά νέα». Κάνει πράξη τη διχαστική ρητορική της,  με την διάλυση της μεσαίας τάξης (που βαφτίζει «πλουτοκρατία») και την ισοπέδωση κάθε δημιουργικού και παραγωγικού στοιχείου του τόπου: του ελεύθερου επαγγελματία, του μικρομεσαίου επιχειρηματία, του επιστήμονα, του αγρότη, του νέου ανθρώπου.

Οι πολίτες, από την άλλη, δείχνουν να τα παρακολουθούν όλα αυτά μουδιασμένοι. Δεν βλέπουμε τις συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις που είχαμε συνηθίσει τα τελευταία έξι χρόνια, κάτι που η κυβέρνηση είχε το θράσος να χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα, παρουσιάζοντας το νόμο-λαιμητόμο για ασφαλιστικό-φορολογικό ως θετική εξέλιξη.

Μήπως η έλλειψη «κινητοποίησης», που μεταφράζεται σε αδιευκρίνιστη ψήφο ή ενδεχόμενη αποχή και στις επόμενες εκλογές, συνιστά ανακούφιση επειδή το ενδεχόμενο να ξαναζήσουμε το τραγικό καλοκαίρι του 2015 απομακρύνεται με το κλείσιμο της αξιολόγησης; Μήπως έχουμε αποδεχθεί ότι οι καλύτερες μέρες, αν έρθουν, αργούν πολύ ακόμη, σε αντίθεση με όσα αρέσκεται να δηλώνει ο πρωθυπουργός;

Ή μήπως, απλά, δεν αρκεί το καταγγελτικό ύφος, αλλά ούτε τα ευχολόγια, για να κινητοποιηθεί ξανά ο απογοητευμένος πολίτης που έχει ανάγκη από ρεαλιστικές εναλλακτικές προτάσεις, από πολιτικές δυνάμεις που τον κοιτάζουν στα μάτια και του λένε την αλήθεια, έστω κι αν αυτή δεν είναι ευχάριστη. Ο λαός που είτε έχει αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, είτε βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα στο «σανό» που του προσφέρει απλόχερα το εθνολαϊκιστικό μόρφωμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, και στην αντιπολίτευση της ΝΔ που περιορίζεται σε γελοιογραφίες και απαίτηση για εκλογές, αντί για ουσιαστικές προτάσεις.

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη μπορεί να αποτελέσει τη λύση στο αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγήσει τη χώρα το δίπολο ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ. Το περασμένο σαββατοκύριακο ήταν ένας σημαντικός σταθμός σε αυτό το εγχείρημα. Έχουμε επίγνωση της πραγματικότητας, έχουμε μάθει από τα λάθη μας, και είμαστε έτοιμοι να κάνουμε γενναία βήματα μπροστά, όλοι μαζί.

Συνειδητοποιημένοι ότι δεν αρκούν «μερεμέτια» για την ανασυγκρότησή του χώρου της κεντροαριστεράς, και πολύ περισσότερο την αναγέννηση της χώρας – κάνουμε νέα αρχή. Η Πολιτική Διακήρυξη και οι Προγραμματικές μας θέσεις αποτελούν την αφετηρία για έναν ειλικρινή διάλογο με κάθε προοδευτικό, δημοκρατικό πολίτη της χώρας.

Ξέρουμε ότι η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται, ούτε υποκλέπτεται με κούφιες υποσχέσεις, αλλά κατακτάται. Και βασική μας προτεραιότητα είναι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη εμπιστοσύνη όλων εκείνων των ανθρώπων που μοιράζονται τις αξίες και τις ιδέες μας. Να την κερδίσουμε όχι με μεγαλοστομίες αλλά με πράξεις, και να πορευτούμε ξανά μαζί.

Για να μην επιτρέψουμε πια σε κανέναν εκφραστή του λαϊκισμού, του κρατισμού και της οπισθοδρόμησης να παίζει με την τύχη και το μέλλον της χώρας. Και κυρίως, για να δώσουμε ξανά φωνή στους δημοκρατικούς πολίτες που αναζητούν στέγη και έμπνευση, που θέλουν να παλέψουν για την πρόοδο και την ευημερία της Ελλάδας.

Μήνυμα ενότητας και δημιουργίας στέλνει η Δημοκρατική Συμπαράταξη

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αποτελεί ένα κάλεσμα σε όλους όσους, από την μεταπολίτευση έως σήμερα, συμπορεύτηκαν με το ΠΑΣΟΚ, συμμερίστηκαν τις αρχές και τις αξίες του Κινήματος και αποτέλεσαν διαχρονικά τη ραχοκοκαλιά της προοδευτικής, δημοκρατικής παράταξης. Για να μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε το σπίτι μας, να είμαστε η κινητήριος δύναμη στην Ελλάδα του 21ου αιώνα που δεν λυγίζει κάτω από τις προκλήσεις και δεν υποκύπτει στη διχόνοια και το ταξικό μίσος.

Στα έξι χρόνια της κρίσης η παράταξή μας κατηγορήθηκε για πολλά και πλήρωσε με δυσανάλογα βαρύ πολιτικό κόστος. Φυσικά έγιναν και λάθη, και είμαστε οι πρώτοι που το παραδεχόμαστε.

Όμως το εύπεπτο παραμύθι της δαιμονοποίησης του ΠΑΣΟΚ για όλα τα δεινά που ταλανίζουν τη χώρα έφτασε στο τέλος του. Εμείς κάναμε την αυτοκριτική μας και απελευθερωθήκαμε από την ενοχοποίηση και τα βαρίδια του παρελθόντος. Είπαμε την αλήθεια με το όνομά της και ποτέ δεν εμπορευτήκαμε ελπίδα χωρίς αντίκρισμα.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία η παράταξή μας αναδεικνύεται ξανά πιο δυνατή, ενωμένη, έτοιμη για τις μεγάλες μάχες.

Αυτό το σαββατοκύριακο η Δημοκρατική Συμπαράταξη στέλνει ομόφωνα ένα μήνυμα ομοψυχίας, ενότητας και δημιουργίας. Μια ηχηρή απάντηση στα αδιέξοδα που δημιούργησε ο διχασμός και η πόλωση ανάμεσα στον λαϊκισμό της ριζοσπαστικής αριστεράς και τον νεοφιλελευθερισμό της δεξιάς.

Εμείς δεν πάσχουμε από αυταπάτες. Ο δρόμος μπροστά μας είναι δύσκολος, όχι όμως απροσπέλαστος. Επίγνωση της πραγματικότητας δεν σημαίνει αδράνεια και φόβο, δεν σημαίνει δειλία και «πιλάτειο» αντιμετώπιση. Μια υπεύθυνη παράταξη δεν μπορεί να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, παρακολουθώντας τις εξελίξεις να την προσπερνούν, ούτε να αναλαμβάνει το ρόλο των «χρήσιμων ηλίθιων» για συμφέροντα τρίτων. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα.

Η δημοκρατική παράταξη υπήρξε πάντα ο μοναδικός πόλος προοδευτικής διακυβέρνησης που κατάφερε να κινεί τη χώρα μπροστά, η μοναδική πολιτική δύναμη που μπορεί να ενώσει, να συνθέσει, να ανοίξει νέους δρόμους για τους πολίτες. Αυτό καλείται να κάνει και σήμερα. Με συμπόρευση και έκφραση της κοινωνίας των πολιτών, με δημιουργικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και εξωστρέφεια.

Μπορούμε να αναδείξουμε ξανά τη Δημοκρατική Συμπαράταξη στον ισχυρό πόλο, απέναντι στις συντηρητικές πολιτικές της ΝΔ και τον αριστερό λαϊκισμό και τον κρατισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Η αρχή έχει ήδη γίνει.

Μπορούμε και πάλι, μαζί. Δεν είναι απλά ένα σύνθημα, είναι η αλήθεια. Μπορούμε, με αφετηρία τις αξίες και τις ιδέες μας, να κοιτάξουμε το μέλλον με αισιοδοξία. Για να δημιουργήσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, που θα διασφαλίζει κοινωνική πρόοδο και ευημερία, βιώσιμη ανάπτυξη και αξιοπρέπεια. Που θα εγγυηθεί ότι οι δημιουργικές δυνάμεις της χώρας μπορούν ξανά να ονειρευτούν.

 

Ποια αριστερά;

Δεκαπέντε μήνες μετά τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης για ελπίδα, αξιοπρέπεια, και λοιπές μεγαλόστομες κούφιες υποσχέσεις, το δήθεν «ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς» εξανεμίστηκε ανάμεσα σε μικρά και μεγάλα σκάνδαλα, την παρέμβαση στη λειτουργία των θεσμών, τον εγκλωβισμό χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στη χώρα και τις προσλήψεις συγγενών και φίλων – αμφιβόλων προσόντων – στο δημόσιο.

Απέφευγε, εξάλλου, επιμελώς ο ΣΥΡΙΖΑ να διευκρινίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πραγματοποιούσε τις δεσμεύσεις του. Όμως ακόμη κι αν απέτυχε να πραγματοποιήσει όσα υποσχόταν στους εξαπατημένους ψηφοφόρους του,  η προδιαγεγραμμένη του πορεία διαφαινόταν εξ αρχής από τις κάθε λογής «μεταρρυθμίσεις» που επιχείρησε να εφαρμόσει.

Είναι πλέον προφανές ότι η πρόταση για το ασφαλιστικό, ο (κατ’ όνομα μόνο «ανοιχτός») διάλογος για την παιδεία και κυρίως το νέο φορολογικό ως στόχο έχουν την εξίσωση των πάντων προς τα κάτω. Τώρα που οι υποσχέσεις για ανάκαμψη της οικονομίας, κατώτατο μισθό 751 ευρώ και 300.000 νέες θέσεις εργασίας έχουν εξανεμιστεί προ πολλού, λύση είναι η εξαθλίωση και όσων ακόμη άντεξαν στα δύσκολα χρόνια της κρίσης: δυσβάσταχτοι φόροι, εξοντωτικές ασφαλιστικές εισφορές, στοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, απόλυτη ισοπέδωση όλων των κοινωνικών τάξεων και συμβάσεις εργασίας στο δημόσιο χωρίς δικαιώματα, άδειες και λοιπά επιδόματα, με μισθούς ακόμη και 361 ευρώ τον μήνα (!).

Στην μετά-την-ελπίδα Ελλάδα, εφόσον δεν μπορούν όλοι να ευημερούν, τότε θα πρέπει όλοι να φτωχοποιηθούν. Οι προθέσεις της κυβέρνησης είναι σαφέστατες, αν κρίνουμε από όσα έρχονται στη δημοσιότητα για τα μέτρα που θα ληφθούν στα πλαίσια της αξιολόγησης, και αποτελούν ταφόπλακα της πραγματικής οικονομίας.

Η φοροεπιδρομή και κατά μέτωπο επίθεση σε κάθε επαγγελματική τάξη, από τους αγρότες μέχρι τους ιδιωτικούς υπαλλήλους και από τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες έως τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους επιστήμονες, είναι η πλέον σαφής έκφραση του ταξικού μίσους που, εμμέσως πλην σαφώς, εκφράζει και επιτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αφού κατάφερε να γονατίσει και τη μεσαία τάξη, το βασικό στήριγμα της οικονομίας την εξαετία της κρίσης, έρχεται τώρα να στοχοποιήσει και αυτούς ακόμη τους… Κροίσους, που έχουν το θράσος – άκουσον, άκουσον – να δηλώνουν ετήσιο εισόδημα το υπέρογκο ποσό των 20.000 ευρώ!

Για πάταξη της φοροδιαφυγής ή της εισφοροδιαφυγής, όπως προεκλογικά διατυμπάνιζαν για τα δήθεν «έσοδα» από διάφορες λίστες, ούτε λόγος. Αν είσαι νομοταγής πολίτης και δεν αποκρύπτεις εισόδημα, αυτομάτως τιμωρείσαι με αυξημένο συντελεστή από 22,5%.

Σε κάθε πτυχή της δράσης του, από τις ημέρες που κατήγγειλε και κουνούσε το δάχτυλο ως αντιπολίτευση έως και σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την ίδια τυχοδιωκτική τακτική που τον έφερε στην εξουσία: το «ό,τι φάμε» δεν μεταφράζεται μόνο σε εκατοντάδες προκλητικές ρουσφετολογικές προσλήψεις – όσο ακόμη προλαβαίνει – αλλά και σε φοροκαταιγίδα με στόχο τα διαχρονικά «εύκολα» θύματα.

Μόνο που τα εύκολα θύματα τυχαίνει να είναι αυτά που ως τώρα, έστω και ασθμαίνοντας, κρατούν ακόμη τη χώρα όρθια. Όταν και αυτά καταρρεύσουν, ποιος θα μείνει να πληρώσει τα σπασμένα; Μπορεί η κυβέρνηση να θεωρεί ότι έχει ακόμη περιθώριο να κλείνει το μάτι σε χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους, χτίζοντας πελατεία για τις επόμενες εκλογές και δίνοντας «αίμα στην αρένα», όμως το αποτέλεσμα της ιδεοληψίας που τη διακρίνει είναι ακόμη μεγαλύτερο από τη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης.

Η ισοπέδωση των πάντων προς τα κάτω δεν μεταφράζεται σε εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων, ούτε βεβαίως σε κοινωνική συνοχή. Είναι η επικράτηση της λογικής «να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα», η στρεβλή πλευρά ενός κακέκτυπου σοσιαλισμού που προσπαθεί να ντύσει με τον μανδύα της υπεράσπισης των αδυνάμων. Είναι ο εκφυλισμός κάθε έννοιας αλληλεγγύης. Και για έναν λαό που οδηγείται με κυβερνητικό σχέδιο στην οικονομική εξαθλίωση, η ηθική εξαθλίωση είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνη. Η δε προσπάθεια της κυβέρνησης «να ρίξει την μπάλα στην εξέδρα» στιγματίζοντας τους πολιτικούς της αντιπάλους με καταγγελίες και δήθεν αποκαλύψεις, διχάζει και δηλητηριάζει ακόμη περισσότερο τους Έλληνες πολίτες.

Αυτό ήταν, τελικά, το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς; Ή μήπως εκφράζεται με την πρωτοφανή απόφαση της ΕΣΗΕΑ να διαγράψει «αντιφρονούντες» δημοσιογράφους και να τους επιβάλει πειθαρχικές κυρώσεις; Τέτοιες καθεστωτικές λογικές, που ποινικοποιούν την αντίθετη άποψη και πατάσσουν την ελευθεροτυπία, θυμίζουν άλλες εποχές και κυρίως άλλου είδους πολιτεύματα, και καμία θέση δεν έχουν σε ένα (υποτίθεται) ευνομούμενο, δημοκρατικό κράτος, με δήθεν αριστερή κυβέρνηση.

Θα γίνει της Κορέας;

Άρθρο μου στο liberal.gr

 

Όταν μία κυβέρνηση αρχίζει να νιώθει ότι η παραμονή της στην εξουσία απειλείται, βάζει μπροστά τα «μεγάλα μέσα». Όταν η κοινή γνώμη στρέφεται εναντίον της, μόνος τρόπος «επιρροής» που της απομένει είναι ο έλεγχος των ΜΜΕ, ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης, η υπονόμευση των θεσμών.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η κατάφωρα αντισυνταγματική παρέμβαση στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών ήταν μόνο η αρχή. Μετά τις ασύλληπτες δηλώσεις στελεχών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι δήθεν θα «βάλουν τάξη» σε ραδιόφωνο και διαδίκτυο και ότι το κράτος «εγγυάται την αντικειμενικότητα» (!), ακολούθησε η μήνυση της Προέδρου του Αρείου Πάγου κατά του καθ. Συνταγματικού Δικαίου Σταύρου Τσακυράκη, επειδή τόλμησε να της ασκήσει κριτική. Λίγες μέρες μετά την επίδειξη ισχύος της εκτελεστικής εξουσίας, έρχεται και η δικαστική εξουσία να λειτουργήσει στο ίδιο πλαίσιο: τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου. Πιο πρόσφατο κρούσμα η πρωτόγνωρη απαγόρευση εισόδου των ΜΜΕ στα κέντρα υποδοχής προσφύγων!

Είναι πλέον πασιφανές ότι η κυβέρνηση είναι αλλεργική σε κάθε είδους κριτική. Όμως η έλλειψη ανοχής στη διαφωνία δεν αντικατοπτρίζει μόνο την ανασφάλεια και τον πανικό, στον οποίο φαίνεται να έχει περιέλθει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Έχει λάβει διαστάσεις καθεστωτικής αλαζονείας, που το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει θα είναι να μετατρέψει τη χώρα σε Β. Κορέα. Μια δήθεν αριστερή κυβέρνηση που αποφασίζει και επιβάλλει την δική της αλήθεια σε όλα.

Άραγε ποια θα είναι η συνέχεια; Σίγουρα δεν θα είναι η αξιοκρατία και η κάθαρση στη δημόσια διοίκηση, που με πάθος ευαγγελιζόταν ο ΣΥΡΙΖΑ πριν την (επαν)εκλογή του. Αντί για δήθεν «ανατροπή του κομματικού κράτους», η κυβέρνηση εξακολουθεί να τρέφει το «κτήνος» επιδεικτικά, με τις τοποθετήσεις «ημετέρων» παντού και με τη δημιουργία 33 επιπλέον θέσεις διοικητικών γραμματέων, με άλλη μια νυχτερινή (ν)τροπολογία.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο βαθύτατα πολιτικό, είναι και θεσμικό. Σε ένα κράτος δικαίου οι θεσμοί δεν μπορούν να είναι σεβαστοί επιλεκτικά. Η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να εξαπατά την κοινοβουλευτική στο όνομα του κομματικού συμφέροντος. Κυρίως, όμως, δεν μπορεί να ποινικοποιεί την ελευθερία έκφρασης. Η χειραγώγηση της ενημέρωσης απειλεί τους κανόνες της δημοκρατίας, απειλεί το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη της χώρας να εκφράζει την άποψή του, ακόμη κι όταν – αλίμονο! – είναι επικριτική προς την κυβέρνηση και τους αρεστούς της.

Αυτό που προφανώς δεν έχουν καταλάβει, είναι ότι εχθρός τους δεν είναι ούτε το «κατεστημένο» και η «διαπλοκή», τα οποία ο κ. Τσίπρας στη δημόσια ρητορική του καταγγέλλει, ενώ ιδιωτικά «πίνει καφέδες», ούτε η δριμύτατη κριτική, ούτε άλλος εξωγενής παράγοντας. Ούτε, όμως, φαίνεται να συνειδητοποιεί η κυβέρνηση ότι, όσο κι αν προσπαθεί να ελέγξει τους θεσμούς και την ενημέρωση, τόσο θα υψώνουν τις φωνές τους εναντίον της όλοι οι δημοκρατικοί πολίτες. Με την κοντόφθαλμη συμπεριφορά τους, με το υποκριτικό «κυνήγι μαγισσών» που έχουν εξαπολύσει, οι μόνες φωνές που θα σιγήσουν είναι εκείνες των (πρώην) ψηφοφόρων και υποστηρικτών τους.

Για την αθέτηση των προεκλογικών της υποσχέσεων και την αναμενόμενη αγανάκτηση των Ελλήνων πολιτών, για το το ασφαλιστικό, την απόλυτη οικονομική καθίζηση, την ανασφάλεια, το προσφυγικό και μεταναστευτικό, το τέλμα στο οποίο έριξαν τη χώρα, δεν φταίει κανείς άλλος. Η αποκλειστκή ευθύνη για την κατάρρευση της κυβέρνησης, αλλά κυρίως για την κατάρρευση της χώρας και της αξιοπιστίας της, ανήκει στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και την πολιτική της.

Αυτό που χρειάζεται η χώρα σε θεσμικό επίπεδο είναι πρωτοβουλίες και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για την ανανέωση του πολιτικού συστήματος. Βελτίωση της ποιότητας της νομοθεσίας, ενίσχυση της αξιοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, οικονομική αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης, λογοδοσία των κρατικών αξιωματούχων,  θωράκιση της δικαστικής ανεξαρτησίας,αναβάθμιση του θεσμικού ρόλου της αντιπολίτευσης, συνεννόηση και συναίνεση.

Για να αποφύγουμε τα χειρότερα…

Μόνη λύση για τη χώρα η κυβέρνηση εθνικής ενότητας ΤΩΡΑ.

 άρθρο στο real.gr

Όταν τον Δεκέμβριο του 2014 ο ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε τη χώρα εκβιαστικά σε πρόωρες εκλογές, ίσως να μην ήξερε τι έκανε. Ήταν τόσο μεγάλος ο διακαής πόθος των στελεχών του για εξουσία, που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να κυβερνήσει με την ίδια επιπολαιότητα που ασκούσε αντιπολίτευση, και με ακόμη μεγαλύτερη αλαζονεία από αυτήν που καταλόγιζε στους πολιτικούς του αντιπάλους.

Μετά από ένα χρόνο ολιγωρίας, ανικανότητας και λανθασμένων επιλογών της πρώτης φορά αριστερά κυβέρνησης, βιώνουμε την απόλυτη διάψευση των προσδοκιών, την απόλυτη κατάρρευση των μύθων και των ψευδαισθήσεων που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ επιμελώς καλλιεργούσε εκ του ασφαλούς όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση.

Αντί για διαγραφή του χρέους, το 2016 αυτό προβλέπεται να φτάσει τα 337 δις. (από 324 τον Δεκέμβριο 2014). Η νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών οδήγησε στον αφελληνισμό τους, την εξαέρωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους και στοίχισε στο κράτος 50 δις που δεν πρόκειται να επιστραφούν ποτέ. Τα κόκκινα δάνεια φέτος είναι αυξημένα κατά 8 δις, τα ξένα fundsνα καραδοκούν, με την απελευθέρωση πλέον των πλειστηριασμών και την άρση προστασίας της πρώτης κατοικίας. Το κακό κλίμα και η ποινικοποίηση της επιχειρηματικότητας, όχι μόνο δεν προσελκύει νέες επενδύσεις στη χώρα αλλά και διώχνει τις (λιγοστές) υπάρχουσες. Αντί για τις 300.000 νέες θέσεις εργασίας που είχε υποσχεθεί ανερχόμενος στην εξουσία ο κ. Τσίπρας, οι μόνοι που εξασφάλισαν δουλειά ήταν οι «ημέτεροι» μέσω ατέρμονων διορισμών.

Ο ρεαλιστικός απολογισμός της “πρώτης φοράς αριστερά” κυβέρνησης είναι η εικόνα μιας διαπραγμάτευσης με τους εταίρους που διαρκώς επιδεινώνεται. Ενός ασφαλιστικού-ολετήρα, που το μόνο που θα καταφέρει είναι να διώξει στο εξωτερικό όσους νέους επιστήμονες παραμένουν στη χώρα και να οδηγήσει στην ευρύτατη φτωχοποιήση της ελληνικής κοινωνίας. Μιας πολιτικής ανοιχτών συνόρων που οδήγησε στην στην ανάθεση ελέγχου τους στο ΝΑΤΟ, στην απειλή εξόδου της χώρας από τη Συνθήκη Σένγκεν και του κλεισίματος των συνόρων. Μιας ‘ετσιθελικής’ και κατάφωρα αντισυνταγματικής παρέμβασης στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών με παραγκωνισμό των ανεξάρτητων αρχών, με μοναδικό στόχο τον έλεγχο της ενημέρωσης από τους κυβερνώντες.

Αν έχει έστω και την παραμικρή συναίσθηση της πραγματικότητας ο κ. Πρωθυπουργός, θα πρέπει να έχει συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται σε απόλυτο αδιέξοδο. Ότι ο «εχθρός» δεν είναι οι κακοί δανειστές, αλλά ούτε και οι «προηγούμενοι», εναντίον των οποίων επιτίθεται με μένος, χρόνια τώρα, διχάζοντας και δηλητηριάζοντας τον ελληνικό λαό. Ο πραγματικός εχθρός είναι ο λαϊκισμός, οι ιδεοληψίες, οι εμμονές σε χίμαιρες που μας έφεραν ως εδώ. Είναι η ανεύθυνη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, που οδήγησε κάθε κοινωνική και επαγγελματική τάξη – αγρότες, νέους επιστήμονες, επαγγελματίες, παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας – στους δρόμους και τις πλατείες, να διαδηλώνουν ενάντια σε μια κυβέρνηση που υποσχέθηκε τα πάντα στους πάντες και απέτυχε παταγωδώς. Ενάντια σε μία «αριστερή» κυβέρνηση που για να παραμείνει γαντζωμένη στην εξουσία, συκοφαντεί με χυδαιότητα κάθε κοινωνικό αγώνα (οι αγρότες είναι «ακροδεξιοί και εγωιστές», οι δικηγόροι «το κίνημα της γραβάτας» κοκ) και  χρησιμοποιεί ευρέως μέσα καταστολής, όταν ως αντιπολίτευση είχε ταυτιστεί με τις πιο ακραίες μορφές αντίδρασης στις Σκουριές, το Γραμματικό, τα διόδια και άλλα…

Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο ελληνικός λαός δεν αντέχει να ξαναζήσει το καλοκαίρι του 2015. Τότε που ο κ. Τσίπρας έβαλε το κόμμα του πάνω από την πατρίδα με ανυπολόγιστες συνέπειες για την χώρα. Γύρισε την πλάτη στη στήριξη που του προσέφεραν τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα και οδήγησε τη χώρα σε εκλογές «για να τους τελειώσει», διχάζοντας για μία ακόμη φορά τους Έλληνες.

Αν πραγματικά μέλημα της κυβέρνησης αλλά και της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι πρωτίστως το καλό της χώρας, τότε ας συνειδητοποιήσουν ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, όπως ζητάμε ανελλιπώς από το 2010. Μια οικουμενική κυβέρνηση με προοδευτικό πρόσημο και πρόγραμμα. Μια κυβέρνηση στην οποία θα συμμετέχουν και τα δύο μεγάλα κόμματα, και θα αναλάβουν όχι τον έλεγχο του κράτους αλλά – κυρίως – θα αναλάβουν την ευθύνη. Μια κυβέρνηση που θα μιλήσει πρωτίστως για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Γιατί μόνο με ισχυρή οικονομία θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα δίκαιο κοινωνικό κράτος – και όχι αναδιανομή της μιζέριας και της φτωχοποίησης στην οποία μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ας σοβαρευτούμε λοιπόν όλοι, και ιδίως ο ΣΥΡΙΖΑ, και ας συνεννοηθούμε πριν είναι πολύ αργά. Ας μάθουν από τα λάθη τους και ας αποφασίσουν πώς θα προχωρήσουν από δω και πέρα. Εάν έχουν τη δεδηλωμένη, ας κυβερνήσουν επιτέλους σοβαρά. Αν όχι, να το πουν ξεκάθαρα στη Βουλή. Σε κάθε περίπτωση, οφείλουν να προσγειωθούν στην πραγματικότητα και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Πριν να είναι πολύ αργά…