Ποια αριστερά;

Δεκαπέντε μήνες μετά τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης για ελπίδα, αξιοπρέπεια, και λοιπές μεγαλόστομες κούφιες υποσχέσεις, το δήθεν «ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς» εξανεμίστηκε ανάμεσα σε μικρά και μεγάλα σκάνδαλα, την παρέμβαση στη λειτουργία των θεσμών, τον εγκλωβισμό χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στη χώρα και τις προσλήψεις συγγενών και φίλων – αμφιβόλων προσόντων – στο δημόσιο.

Απέφευγε, εξάλλου, επιμελώς ο ΣΥΡΙΖΑ να διευκρινίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πραγματοποιούσε τις δεσμεύσεις του. Όμως ακόμη κι αν απέτυχε να πραγματοποιήσει όσα υποσχόταν στους εξαπατημένους ψηφοφόρους του,  η προδιαγεγραμμένη του πορεία διαφαινόταν εξ αρχής από τις κάθε λογής «μεταρρυθμίσεις» που επιχείρησε να εφαρμόσει.

Είναι πλέον προφανές ότι η πρόταση για το ασφαλιστικό, ο (κατ’ όνομα μόνο «ανοιχτός») διάλογος για την παιδεία και κυρίως το νέο φορολογικό ως στόχο έχουν την εξίσωση των πάντων προς τα κάτω. Τώρα που οι υποσχέσεις για ανάκαμψη της οικονομίας, κατώτατο μισθό 751 ευρώ και 300.000 νέες θέσεις εργασίας έχουν εξανεμιστεί προ πολλού, λύση είναι η εξαθλίωση και όσων ακόμη άντεξαν στα δύσκολα χρόνια της κρίσης: δυσβάσταχτοι φόροι, εξοντωτικές ασφαλιστικές εισφορές, στοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, απόλυτη ισοπέδωση όλων των κοινωνικών τάξεων και συμβάσεις εργασίας στο δημόσιο χωρίς δικαιώματα, άδειες και λοιπά επιδόματα, με μισθούς ακόμη και 361 ευρώ τον μήνα (!).

Στην μετά-την-ελπίδα Ελλάδα, εφόσον δεν μπορούν όλοι να ευημερούν, τότε θα πρέπει όλοι να φτωχοποιηθούν. Οι προθέσεις της κυβέρνησης είναι σαφέστατες, αν κρίνουμε από όσα έρχονται στη δημοσιότητα για τα μέτρα που θα ληφθούν στα πλαίσια της αξιολόγησης, και αποτελούν ταφόπλακα της πραγματικής οικονομίας.

Η φοροεπιδρομή και κατά μέτωπο επίθεση σε κάθε επαγγελματική τάξη, από τους αγρότες μέχρι τους ιδιωτικούς υπαλλήλους και από τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες έως τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους επιστήμονες, είναι η πλέον σαφής έκφραση του ταξικού μίσους που, εμμέσως πλην σαφώς, εκφράζει και επιτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αφού κατάφερε να γονατίσει και τη μεσαία τάξη, το βασικό στήριγμα της οικονομίας την εξαετία της κρίσης, έρχεται τώρα να στοχοποιήσει και αυτούς ακόμη τους… Κροίσους, που έχουν το θράσος – άκουσον, άκουσον – να δηλώνουν ετήσιο εισόδημα το υπέρογκο ποσό των 20.000 ευρώ!

Για πάταξη της φοροδιαφυγής ή της εισφοροδιαφυγής, όπως προεκλογικά διατυμπάνιζαν για τα δήθεν «έσοδα» από διάφορες λίστες, ούτε λόγος. Αν είσαι νομοταγής πολίτης και δεν αποκρύπτεις εισόδημα, αυτομάτως τιμωρείσαι με αυξημένο συντελεστή από 22,5%.

Σε κάθε πτυχή της δράσης του, από τις ημέρες που κατήγγειλε και κουνούσε το δάχτυλο ως αντιπολίτευση έως και σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την ίδια τυχοδιωκτική τακτική που τον έφερε στην εξουσία: το «ό,τι φάμε» δεν μεταφράζεται μόνο σε εκατοντάδες προκλητικές ρουσφετολογικές προσλήψεις – όσο ακόμη προλαβαίνει – αλλά και σε φοροκαταιγίδα με στόχο τα διαχρονικά «εύκολα» θύματα.

Μόνο που τα εύκολα θύματα τυχαίνει να είναι αυτά που ως τώρα, έστω και ασθμαίνοντας, κρατούν ακόμη τη χώρα όρθια. Όταν και αυτά καταρρεύσουν, ποιος θα μείνει να πληρώσει τα σπασμένα; Μπορεί η κυβέρνηση να θεωρεί ότι έχει ακόμη περιθώριο να κλείνει το μάτι σε χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους, χτίζοντας πελατεία για τις επόμενες εκλογές και δίνοντας «αίμα στην αρένα», όμως το αποτέλεσμα της ιδεοληψίας που τη διακρίνει είναι ακόμη μεγαλύτερο από τη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης.

Η ισοπέδωση των πάντων προς τα κάτω δεν μεταφράζεται σε εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων, ούτε βεβαίως σε κοινωνική συνοχή. Είναι η επικράτηση της λογικής «να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα», η στρεβλή πλευρά ενός κακέκτυπου σοσιαλισμού που προσπαθεί να ντύσει με τον μανδύα της υπεράσπισης των αδυνάμων. Είναι ο εκφυλισμός κάθε έννοιας αλληλεγγύης. Και για έναν λαό που οδηγείται με κυβερνητικό σχέδιο στην οικονομική εξαθλίωση, η ηθική εξαθλίωση είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνη. Η δε προσπάθεια της κυβέρνησης «να ρίξει την μπάλα στην εξέδρα» στιγματίζοντας τους πολιτικούς της αντιπάλους με καταγγελίες και δήθεν αποκαλύψεις, διχάζει και δηλητηριάζει ακόμη περισσότερο τους Έλληνες πολίτες.

Αυτό ήταν, τελικά, το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς; Ή μήπως εκφράζεται με την πρωτοφανή απόφαση της ΕΣΗΕΑ να διαγράψει «αντιφρονούντες» δημοσιογράφους και να τους επιβάλει πειθαρχικές κυρώσεις; Τέτοιες καθεστωτικές λογικές, που ποινικοποιούν την αντίθετη άποψη και πατάσσουν την ελευθεροτυπία, θυμίζουν άλλες εποχές και κυρίως άλλου είδους πολιτεύματα, και καμία θέση δεν έχουν σε ένα (υποτίθεται) ευνομούμενο, δημοκρατικό κράτος, με δήθεν αριστερή κυβέρνηση.

Θα γίνει της Κορέας;

Άρθρο μου στο liberal.gr

 

Όταν μία κυβέρνηση αρχίζει να νιώθει ότι η παραμονή της στην εξουσία απειλείται, βάζει μπροστά τα «μεγάλα μέσα». Όταν η κοινή γνώμη στρέφεται εναντίον της, μόνος τρόπος «επιρροής» που της απομένει είναι ο έλεγχος των ΜΜΕ, ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης, η υπονόμευση των θεσμών.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η κατάφωρα αντισυνταγματική παρέμβαση στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών ήταν μόνο η αρχή. Μετά τις ασύλληπτες δηλώσεις στελεχών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι δήθεν θα «βάλουν τάξη» σε ραδιόφωνο και διαδίκτυο και ότι το κράτος «εγγυάται την αντικειμενικότητα» (!), ακολούθησε η μήνυση της Προέδρου του Αρείου Πάγου κατά του καθ. Συνταγματικού Δικαίου Σταύρου Τσακυράκη, επειδή τόλμησε να της ασκήσει κριτική. Λίγες μέρες μετά την επίδειξη ισχύος της εκτελεστικής εξουσίας, έρχεται και η δικαστική εξουσία να λειτουργήσει στο ίδιο πλαίσιο: τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου. Πιο πρόσφατο κρούσμα η πρωτόγνωρη απαγόρευση εισόδου των ΜΜΕ στα κέντρα υποδοχής προσφύγων!

Είναι πλέον πασιφανές ότι η κυβέρνηση είναι αλλεργική σε κάθε είδους κριτική. Όμως η έλλειψη ανοχής στη διαφωνία δεν αντικατοπτρίζει μόνο την ανασφάλεια και τον πανικό, στον οποίο φαίνεται να έχει περιέλθει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Έχει λάβει διαστάσεις καθεστωτικής αλαζονείας, που το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει θα είναι να μετατρέψει τη χώρα σε Β. Κορέα. Μια δήθεν αριστερή κυβέρνηση που αποφασίζει και επιβάλλει την δική της αλήθεια σε όλα.

Άραγε ποια θα είναι η συνέχεια; Σίγουρα δεν θα είναι η αξιοκρατία και η κάθαρση στη δημόσια διοίκηση, που με πάθος ευαγγελιζόταν ο ΣΥΡΙΖΑ πριν την (επαν)εκλογή του. Αντί για δήθεν «ανατροπή του κομματικού κράτους», η κυβέρνηση εξακολουθεί να τρέφει το «κτήνος» επιδεικτικά, με τις τοποθετήσεις «ημετέρων» παντού και με τη δημιουργία 33 επιπλέον θέσεις διοικητικών γραμματέων, με άλλη μια νυχτερινή (ν)τροπολογία.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο βαθύτατα πολιτικό, είναι και θεσμικό. Σε ένα κράτος δικαίου οι θεσμοί δεν μπορούν να είναι σεβαστοί επιλεκτικά. Η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να εξαπατά την κοινοβουλευτική στο όνομα του κομματικού συμφέροντος. Κυρίως, όμως, δεν μπορεί να ποινικοποιεί την ελευθερία έκφρασης. Η χειραγώγηση της ενημέρωσης απειλεί τους κανόνες της δημοκρατίας, απειλεί το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη της χώρας να εκφράζει την άποψή του, ακόμη κι όταν – αλίμονο! – είναι επικριτική προς την κυβέρνηση και τους αρεστούς της.

Αυτό που προφανώς δεν έχουν καταλάβει, είναι ότι εχθρός τους δεν είναι ούτε το «κατεστημένο» και η «διαπλοκή», τα οποία ο κ. Τσίπρας στη δημόσια ρητορική του καταγγέλλει, ενώ ιδιωτικά «πίνει καφέδες», ούτε η δριμύτατη κριτική, ούτε άλλος εξωγενής παράγοντας. Ούτε, όμως, φαίνεται να συνειδητοποιεί η κυβέρνηση ότι, όσο κι αν προσπαθεί να ελέγξει τους θεσμούς και την ενημέρωση, τόσο θα υψώνουν τις φωνές τους εναντίον της όλοι οι δημοκρατικοί πολίτες. Με την κοντόφθαλμη συμπεριφορά τους, με το υποκριτικό «κυνήγι μαγισσών» που έχουν εξαπολύσει, οι μόνες φωνές που θα σιγήσουν είναι εκείνες των (πρώην) ψηφοφόρων και υποστηρικτών τους.

Για την αθέτηση των προεκλογικών της υποσχέσεων και την αναμενόμενη αγανάκτηση των Ελλήνων πολιτών, για το το ασφαλιστικό, την απόλυτη οικονομική καθίζηση, την ανασφάλεια, το προσφυγικό και μεταναστευτικό, το τέλμα στο οποίο έριξαν τη χώρα, δεν φταίει κανείς άλλος. Η αποκλειστκή ευθύνη για την κατάρρευση της κυβέρνησης, αλλά κυρίως για την κατάρρευση της χώρας και της αξιοπιστίας της, ανήκει στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και την πολιτική της.

Αυτό που χρειάζεται η χώρα σε θεσμικό επίπεδο είναι πρωτοβουλίες και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για την ανανέωση του πολιτικού συστήματος. Βελτίωση της ποιότητας της νομοθεσίας, ενίσχυση της αξιοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, οικονομική αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης, λογοδοσία των κρατικών αξιωματούχων,  θωράκιση της δικαστικής ανεξαρτησίας,αναβάθμιση του θεσμικού ρόλου της αντιπολίτευσης, συνεννόηση και συναίνεση.

Για να αποφύγουμε τα χειρότερα…

Μόνη λύση για τη χώρα η κυβέρνηση εθνικής ενότητας ΤΩΡΑ.

 άρθρο στο real.gr

Όταν τον Δεκέμβριο του 2014 ο ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε τη χώρα εκβιαστικά σε πρόωρες εκλογές, ίσως να μην ήξερε τι έκανε. Ήταν τόσο μεγάλος ο διακαής πόθος των στελεχών του για εξουσία, που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να κυβερνήσει με την ίδια επιπολαιότητα που ασκούσε αντιπολίτευση, και με ακόμη μεγαλύτερη αλαζονεία από αυτήν που καταλόγιζε στους πολιτικούς του αντιπάλους.

Μετά από ένα χρόνο ολιγωρίας, ανικανότητας και λανθασμένων επιλογών της πρώτης φορά αριστερά κυβέρνησης, βιώνουμε την απόλυτη διάψευση των προσδοκιών, την απόλυτη κατάρρευση των μύθων και των ψευδαισθήσεων που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ επιμελώς καλλιεργούσε εκ του ασφαλούς όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση.

Αντί για διαγραφή του χρέους, το 2016 αυτό προβλέπεται να φτάσει τα 337 δις. (από 324 τον Δεκέμβριο 2014). Η νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών οδήγησε στον αφελληνισμό τους, την εξαέρωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους και στοίχισε στο κράτος 50 δις που δεν πρόκειται να επιστραφούν ποτέ. Τα κόκκινα δάνεια φέτος είναι αυξημένα κατά 8 δις, τα ξένα fundsνα καραδοκούν, με την απελευθέρωση πλέον των πλειστηριασμών και την άρση προστασίας της πρώτης κατοικίας. Το κακό κλίμα και η ποινικοποίηση της επιχειρηματικότητας, όχι μόνο δεν προσελκύει νέες επενδύσεις στη χώρα αλλά και διώχνει τις (λιγοστές) υπάρχουσες. Αντί για τις 300.000 νέες θέσεις εργασίας που είχε υποσχεθεί ανερχόμενος στην εξουσία ο κ. Τσίπρας, οι μόνοι που εξασφάλισαν δουλειά ήταν οι «ημέτεροι» μέσω ατέρμονων διορισμών.

Ο ρεαλιστικός απολογισμός της “πρώτης φοράς αριστερά” κυβέρνησης είναι η εικόνα μιας διαπραγμάτευσης με τους εταίρους που διαρκώς επιδεινώνεται. Ενός ασφαλιστικού-ολετήρα, που το μόνο που θα καταφέρει είναι να διώξει στο εξωτερικό όσους νέους επιστήμονες παραμένουν στη χώρα και να οδηγήσει στην ευρύτατη φτωχοποιήση της ελληνικής κοινωνίας. Μιας πολιτικής ανοιχτών συνόρων που οδήγησε στην στην ανάθεση ελέγχου τους στο ΝΑΤΟ, στην απειλή εξόδου της χώρας από τη Συνθήκη Σένγκεν και του κλεισίματος των συνόρων. Μιας ‘ετσιθελικής’ και κατάφωρα αντισυνταγματικής παρέμβασης στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών με παραγκωνισμό των ανεξάρτητων αρχών, με μοναδικό στόχο τον έλεγχο της ενημέρωσης από τους κυβερνώντες.

Αν έχει έστω και την παραμικρή συναίσθηση της πραγματικότητας ο κ. Πρωθυπουργός, θα πρέπει να έχει συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται σε απόλυτο αδιέξοδο. Ότι ο «εχθρός» δεν είναι οι κακοί δανειστές, αλλά ούτε και οι «προηγούμενοι», εναντίον των οποίων επιτίθεται με μένος, χρόνια τώρα, διχάζοντας και δηλητηριάζοντας τον ελληνικό λαό. Ο πραγματικός εχθρός είναι ο λαϊκισμός, οι ιδεοληψίες, οι εμμονές σε χίμαιρες που μας έφεραν ως εδώ. Είναι η ανεύθυνη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, που οδήγησε κάθε κοινωνική και επαγγελματική τάξη – αγρότες, νέους επιστήμονες, επαγγελματίες, παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας – στους δρόμους και τις πλατείες, να διαδηλώνουν ενάντια σε μια κυβέρνηση που υποσχέθηκε τα πάντα στους πάντες και απέτυχε παταγωδώς. Ενάντια σε μία «αριστερή» κυβέρνηση που για να παραμείνει γαντζωμένη στην εξουσία, συκοφαντεί με χυδαιότητα κάθε κοινωνικό αγώνα (οι αγρότες είναι «ακροδεξιοί και εγωιστές», οι δικηγόροι «το κίνημα της γραβάτας» κοκ) και  χρησιμοποιεί ευρέως μέσα καταστολής, όταν ως αντιπολίτευση είχε ταυτιστεί με τις πιο ακραίες μορφές αντίδρασης στις Σκουριές, το Γραμματικό, τα διόδια και άλλα…

Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο ελληνικός λαός δεν αντέχει να ξαναζήσει το καλοκαίρι του 2015. Τότε που ο κ. Τσίπρας έβαλε το κόμμα του πάνω από την πατρίδα με ανυπολόγιστες συνέπειες για την χώρα. Γύρισε την πλάτη στη στήριξη που του προσέφεραν τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα και οδήγησε τη χώρα σε εκλογές «για να τους τελειώσει», διχάζοντας για μία ακόμη φορά τους Έλληνες.

Αν πραγματικά μέλημα της κυβέρνησης αλλά και της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι πρωτίστως το καλό της χώρας, τότε ας συνειδητοποιήσουν ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, όπως ζητάμε ανελλιπώς από το 2010. Μια οικουμενική κυβέρνηση με προοδευτικό πρόσημο και πρόγραμμα. Μια κυβέρνηση στην οποία θα συμμετέχουν και τα δύο μεγάλα κόμματα, και θα αναλάβουν όχι τον έλεγχο του κράτους αλλά – κυρίως – θα αναλάβουν την ευθύνη. Μια κυβέρνηση που θα μιλήσει πρωτίστως για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Γιατί μόνο με ισχυρή οικονομία θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα δίκαιο κοινωνικό κράτος – και όχι αναδιανομή της μιζέριας και της φτωχοποίησης στην οποία μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ας σοβαρευτούμε λοιπόν όλοι, και ιδίως ο ΣΥΡΙΖΑ, και ας συνεννοηθούμε πριν είναι πολύ αργά. Ας μάθουν από τα λάθη τους και ας αποφασίσουν πώς θα προχωρήσουν από δω και πέρα. Εάν έχουν τη δεδηλωμένη, ας κυβερνήσουν επιτέλους σοβαρά. Αν όχι, να το πουν ξεκάθαρα στη Βουλή. Σε κάθε περίπτωση, οφείλουν να προσγειωθούν στην πραγματικότητα και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Πριν να είναι πολύ αργά…