Θέλουν να επιβιβαστούν στην Κεντροαριστερά ως λαθρεπιβάτες

Άρθρο στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 05.03.2019

Το πλέον διαδεδομένο επιχείρημα όσων προσπαθούν να χτίσουν τον τελευταίο καιρό γέφυρες με τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι πως ο κ. Τσίπρας μετά το πρώτο εξάμηνο του 2015, αφού έκανε την επαναστατική του γυμναστική με τραγικές συνέπειες για τη χώρα, μετεξελίχθηκε στη συνέχεια κάτι σε κεντροαριστερό – σοσιαλδημοκράτη. Ως τρανή απόδειξη αυτής της μεταστροφής προβάλλουν την συμφωνία των Πρεσπών με τα Σκόπια. Τουτέστιν, είναι πλέον καιρός για σύγκλιση των δυνάμεων της κεντροαριστεράς υπό την ηγεσία Τσίπρα. Ράβδος εν γωνία άρα βρέχει.

Στο λεγόμενο Μακεδονικό ουδέποτε ο χώρος του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς, όπως αυτός εκφράστηκε με συντριπτικά ποσοστά από το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου, δέχτηκε την ονομασία Μακεδονία ως ταυτοτικό στοιχείο της γειτονικής χώρας και φυσικά ούτε την ύπαρξη Μακεδονικής γλώσσας και εθνότητας. Η προσέγγιση του προβλήματος με όρους μιας διεθνιστικής αφέλειας, ήταν πάντα μια ιδεοληψία της κομμουνιστικογενούς αριστεράς, που παρέβλεπε την ιστορική καταγραφή του θέματος ως  προβλήματος αλυτρωτικών επιδιώξεων, εθνικισμού και διεκδικήσεων από τις κατά καιρούς ηγεσίες των Σκοπίων. Θα μπορούσε να πει κανείς  πως η συμφωνία των Πρεσπών είναι η μοναδική πολιτική πράξη του κ Τσίπρα που κινήθηκε στη βάση της ιδεολογίας και του προγράμματος του σκληρού πυρήνα του κόμματος του, αν αυτό δεν είχε συμβεί μετά από απαίτηση και με την καθοδήγηση του ΝΑΤΟ, των Αμερικανών και των Γερμανών, έναντι προφανώς υπεσχημένων πολιτικών ανταλλαγμάτων και διευκολύνσεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κ.Τσίπρας δεν υπήρξαν ποτέ ούτε Κεντροαριστεροί ούτε φυσικά σοσιαλδημοκράτες, το αντίθετο ήταν πάντα σκληροί πολέμιοι της. Το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια άλλαξαν παρέες στην Ευρώπη τους κάνει απλώς καιροσκόπους και τίποτε περισσότερο. Έχουν καμιά σχέση με την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, οι ολοκληρωτικής έμπνευσης και πρακτικής, παρεμβάσεις των κυβερνήσεων του κ. Τσίπρα, στην Δικαιοσύνη, στις ανεξάρτητες αρχές, στη λειτουργία της Βουλής, όπως και η εχθρότητα τους απέναντι σε όσα ΜΜΕ δεν ελέγχουν;  Έχει καμιά σχέση με την σοσιαλδημοκρατία η υποστήριξη που παρέχουν σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως αυτό του Μαδούρο στη Βενεζουέλα; Έχει καμιά σχέση με τη Κεντροαριστερά το γεγονός ότι επί τέσσερα χρόνια συγκυβερνούν μαζί με ακροδεξιούς και ρατσιστές;  Μιλούν τώρα για την συγκρότηση προοδευτικού μετώπου ενάντια στην ακροδεξιά, όταν επί τέσσερα χρόνια δεν έχουν, ως κυβέρνηση, κάνει τίποτα απολύτως για να ολοκληρωθεί η δίκη της Χρυσής Αυγής, με αποτέλεσμα οι  δολοφόνοι του Παύλου Φύσσα να είναι  εκτός φυλακής και οι βουλευτές της να αλωνίζουν εντός και εκτός Βουλής.

Ήρθαν στην εξουσία με πλαστό εισιτήριο της Αριστεράς και τώρα θέλουν να επιβιβαστούν στην Κεντροαριστερά ως λαθρεπιβάτες. Όμως με γεφύρια της απελπισίας και με τοποθετήσεις πρόθυμων τυχοδιωκτών σε υπουργικές θέσεις και ενδεχομένως στα ψηφοδέλτια τους, δεν πρόκειται να πετύχουν απολύτως τίποτα. Το αντίθετο όλα αυτά τους εκθέτουν ακόμη περισσότερο στα μάτια των προοδευτικών πολιτών, αφού γίνεται εντελώς φανερή η απόσταση τους από πολιτικές αρχές, αξίες και ηθικούς κανόνες.

Τα Νεα 05.03.2019

Δεν το λες Κεντροαριστερά όλο αυτό το Κυβερνητικό συνονθύλευμα.

Έχει μεταβληθεί ή μεταβάλλεται σταδιακά  ο ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σοσιαλδημοκρατικό ευρωπαϊκό κόμμα και επομένως μπορεί να υπάρξει σύγκλιση με την ελληνική κεντροαριστερά;…

Η συζήτηση είναι φανερό ότι προωθείται, κατά κύριο λόγο από το Μαξίμου, μέσω των προπαγανδιστικών μηχανισμών του, φιλικών του πολιτικών κύκλων και πρόθυμων προσωπικοτήτων.  Στόχος των εμπνευστών αυτής της υποτιθέμενης μετάλλαξης του κ. Τσίπρα, είναι η εμφάνισή του τώρα ως έναν σοβαρό πολιτικό που ξεπέρασε πλέον τις παιδικές πολιτικές αρρώστιες – που μας στοίχησαν βεβαίως πάνω από 100δις – και τώρα με την αποδοχή και τις ευλογίες, των ευρωπαίων εταίρων, που στο πρόσωπό του βρήκαν το καλύτερο delivery boy, μπορεί να ηγηθεί του συνόλου της Κεντροαριστεράς. Προϋπόθεση για την επιτυχία αυτού του σχεδιασμού αποτελεί να πληγεί το ΠΑΣΟΚ και το ΚΙΝΑΛ..

Στην Ελλάδα κυβερνά εδώ και 4 χρόνια μια «παράταξη» που δυστυχώς δεν σέβεται τους θεσμούς, που θεωρεί το κράτος φέουδο προς κατάληψη, που καταργεί την αυτονομία των συνταγματικών εξουσιών, που ευτελίζει τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες Το  Κοινοβούλιο και η Δικαιοσύνη, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, βρίσκονται σε κατάσταση ασφυξίας περιθωριοποιούνται και υποβαθμίζονται. Ζούμε σε πολιτικές συνθήκες ακραίου λαϊκισμού που θέτουν σε αμφισβήτηση και σε κίνδυνο τις δημοκρατικές κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης. Δεν δίστασαν ούτε στιγμή και δεν διστάζουν ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ να συγκυβερνούν με ακροδεξιούς και τμήμα της καραμανλικής δεξιάς, όπως και να χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς τους για  να αλώσει το κράτος και τους θεσμούς. Δεν το λες κεντροαριστερά όλο αυτό το Κυβερνητικό συνονθύλευμα. Καμία λοιπόν σύγκλιση και συνεργασία, της πραγματικής κεντροαριστεράς στη χώρα μας, του ΠΑΣΟΚ και του ΚΙΝΑΛ, δεν μπορεί να υπάρξει με την τυχοδιωκτική, απροσδιορίστου ιδεολογίας  παρέα του Μαξίμου και με τον κ. Τσίπρα.

Οι πολίτες έχουν και κρίση και γνώση. Κατανοούν  ότι η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να συγκαλύψει την αποτυχία τους και να διασωθούν από την κατάρρευση που επέρχεται,  επιτίθεται κατά της δημοκρατικής παράταξης, αλλά και κατά των συμφερόντων της χώρας, των πολιτών της και των δημοκρατικών θεσμών.  Δεν διστάζει να διαλύσει τα πάντα, μήπως και διασώσει κάποιο εκλογικό ποσοστό επιβίωσης. Τελειώνουν την κυβερνητική τους θητεία επιχειρώντας να υπονομεύσουν τους θεσμούς, όπως υπονόμευσαν την Οικονομία, την Παιδεία, την Υγεία, την Ασφάλεια και τις ζωές των Ελλήνων πολιτών.

Η αποτυχία τους σε όλους τους τομείς θα πρέπει να συγκαλυφθεί με αντιπερισπασμούς και επιθέσεις λασπολογίας, παράλληλα με τη συγκάλυψη, μιας σειράς υποθέσεων που οφείλουν να απασχολήσουν την Δικαιοσύνη και αφορούν στην διακυβέρνηση και την ευθύνη του κ. Τσίπρα. Όπως: το σκάνδαλο με τα “βοσκοτόπια” και τη σκανδαλώδη κατάτμηση της εργολαβίας της “Ολυμπίας Οδού”, το σκάνδαλο του Θριάσιου Πεδίου, της αμαρτωλής σύμβασης του “Ελ. Βενιζέλος”, το σκάνδαλο της ΔΕΠΑ, της υπόθεσης της Τράπεζας Αττικής, τις δεκάδες διατάξεις σε νομοσχέδια και τροπολογίες για χαριστικές πράξεις απέναντι σε επιχειρηματίες, την υπόθεση του Υπ. Άμυνας για τα όπλα στον Περσικό, τις ομολογημένες σχέσεις με τους μεσάζοντες. Την επιμονή να μην ανοίγουν το φάκελο των πραγματικών ευθυνών για την περίοδο της Κυβέρνησης της ΝΔ 2004-2009 που έφερε την κρίση και , βεβαίως, την περίοδο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ 2015-2018 που την εξακόντισε στα ύψη. Τις βαρύτατες καταγγελίες από Υπουργό, ότι χρηματίζεται η Κυβέρνηση από τον κ. Σόρος.

Ο κύριος στρατηγικός αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ, λαμβάνοντας υπόψη πως η ήττα τους στις επόμενες εκλογές είναι περίπου βέβαιη, δεν είναι η ΝΔ.  Είναι η κεντροαριστερά και πολιτικός χώρος που την εκφράζει, το ΠΑΣΟΚ και το ΚΙΝΑΛ.. Αυτό τον πολιτικό χώρο είναι που λεηλάτησαν τα προηγούμενα χρόνια για να έρθουν στην εξουσία, την επιρροή αυτού του χώρου θέλουν να απομειώσουν τώρα με κάθε τρόπο. Άλλοτε με επιθέσεις φιλίας, άλλοτε με επιθέσεις λάσπης, άλλοτε με «στρατολογίες» κάποιων πρόθυμων γυρολόγων, που χωρίς ηθικές και πολιτικές αξίες αναζητούν ρόλους και αξιώματα Αν η κεντροαριστερά και το προοδευτικό κέντρο, που σήμερα εκφράζονται με το Κίνημα Αλλαγής, συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, ο ΣΥΡΙΖΑ θα οδηγηθεί σε πανωλεθρία και η ήττα του θα είναι στρατηγική. Τα πάντα λοιπόν θα κριθούν από το αποτέλεσμα της πολιτικής μάχης που θα δοθεί σε αυτό τον χώρο και αυτό θα αποβεί κρίσιμο για την πορεία της χώρας.

Ευχαριστώ πολύ το έγκριτο site Μεταρρύθμιση​ για την φιλοξενία του άρθρου μου.

http://metarithmisi.liberal.gr/post/σχολια-διαλογος/νάντια-ι-γιαννακοπούλου-δεν-το-λες-κεν/?fbclid=IwAR0n58Q1eUt6XRxjZm9mdiVhie_TOnDuwVvDXuLi64UUnzsR5s_XkWZTJw

Η Παιδεία είναι υπόθεση όλων μας, για το μέλλον της χώρας μας και των παιδιών μας.

Ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ στα 4 χρόνια  παραμονής τους στην κυβερνητική εξουσία, χρησιμοποίησαν τον ευαίσθητο χώρο της Παιδείας ως ένα πρόσφορο έδαφος για κομματική γυμναστική, επικοινωνιακή τακτική και ως μέσο διαφυγής από τη σκληρή πραγματικότητα. Αφού ευτέλισαν κάθε διαδικασία διαλόγου, βομβάρδισαν την κοινή γνώμη με επικοινωνιακές πομφόλυγες και εξαγγελίες άνευ ουσίας και παιδαγωγικής επεξεργασίας.

Οι Υπουργοί παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, κύριοι Φίλης και Γαβρόγλου, αντιμετώπισαν ένα Εθνικό ζήτημα, που αφορά στο μέλλον των επομένων γενεών αλλά και της Ελλάδας, με μικροκομματικές συμπεριφορές, ιδεοληπτικές εμμονές και ξεπερασμένες συνταγές του περασμένου αιώνα και ως μέσο για τη δημιουργία εντυπώσεων και την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας.

Εμμονικά ξήλωσαν οτιδήποτε μεταρρυθμιστικό και συναινετικό θεσπίστηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Τα ιδεοληπτικά τους νομοθετήματα και οι παρεμβάσεις ελέγχου της διοίκησης της εκπαίδευσης  έχουν πάρει επί των ημερών τους «κατακλυσμιαία» μορφή. Δεν σταμάτησαν επί 4 χρόνια να αιφνιδιάζουν τους μαθητές, τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και την παιδαγωγική κοινότητα. Όλα αυτά βεβαίως δεν υιοθετήθηκαν και δεν υπηρετούν κάποια παιδαγωγική πρακτική παρά μόνο  τη λογική της  ήσσονος προσπάθειας, την οποία ασπάζονται προσωπικά οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ.

Όσον αφορά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, για εμάς το Δημόσιο Πανεπιστήμιο αποτελεί προτεραιότητα. Θέλουμε Δημόσιο Πανεπιστήμιο διοικητικά αυτοτελές και οικονομικά αυτοδύναμο, απελευθερωμένο από τα δεσμά του κρατισμού, ανταγωνιστικό σε διεθνές επίπεδο. Αυτό είναι το ζητούμενο της νέας εποχής. Είναι όμως πλέον ώριμη ανάγκη και πρέπει να προχωρήσει με την Συνταγματική Αναθεώρηση η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Για μας το τρίπτυχο για την ακαδημαϊκή ολοκλήρωση είναι λογοδοσία – διαφάνεια – αξιολόγηση. Να θυμηθούμε ότι ο Νόμος 1268/82, νόμος ΠΑΣΟΚ, ήταν αυτός που άλλαξε την πορεία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα.  Με τον ν. 4009/2011, που ψηφίσθηκε από τα 5/6 της Βουλής και αποτέλεσε μια μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, ορίσθηκε  η Ακαδημαϊκή Ελευθερία, επαναπροσδιορίσθηκε το κανονιστικό πλαίσιο αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ, ορίστηκαν τα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ ενώ οι Πρυτάνεις εκλέγονται ύστερα από Διεθνή Πρόσκληση. Όλα αυτά ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ να τα ανατρέψει, χωρίς διάλογο με το έτσι θέλω. Με την επαναφορά της έννοιας του ασύλου παλαιότερων εποχών. Την αντικατάσταση των Συμβουλίων Ιδρύματος από τα διακοσμητικά  ΑΣΑΕΕ με απροσδιόριστη συγκρότηση. Τη δυνατότητα του Υπουργού να ιδρύει ή να καταργεί Τμήματα, Σχολές και ΑΕΙ χωρίς προηγούμενη γνώμη κανενός οργάνου. Την ενίσχυση της κομματικοποίησης στα Πανεπιστήμια μέσω της ενίσχυσης της συμμετοχής των φοιτητών στη διοίκηση του Πανεπιστημίου και των ακαδημαϊκών του μονάδων για θέματα που δεν αφορούν τους φοιτητές. Την εκλογή των μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης από άλλες κατηγορίες προσωπικού, πλην των μελών ΔΕΠ. Την εκλογή των αντιπρυτάνεων με ξεχωριστό ψηφοδέλτιο από αυτό του πρύτανη. Τους εκτεταμένους περιορισμούς και τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που εισάγονται στη λειτουργία των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών και παράλληλα την κατάργηση της αξιολόγησής τους από την Ανεξάρτητη Αρχή (ΑΔΙΠ). Το νέο δαιδαλώδες θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΕΛΚΕ, το οποίο εισάγει περαιτέρω γραφειοκρατικές διαδικασίες στη λειτουργία τους, στη διαχείριση των πόρων τους .

Το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί και πρέπει να αποτελέσει έναν πυλώνα του κοινωνικού κράτους. Να δημιουργήσει μέσα από την κρίση ευκαιρίες και να δώσει προοπτική και ελπίδα στη νέα γενιά. Να σταματήσει το brain drain. Η Παιδεία δεν επιτρέπεται να αποτελεί μέσο για μια τη στρατηγική της συγκυρίας. Είναι υπόθεση όλων μας, για το μέλλον της χώρας μας και των παιδιών μας.

Ευχαριστώ το site «Daily Post.GR» που φιλοξενεί το παραπάνω άρθρο μου. http://dailypost.gr/me-apopsi/h_paideia_einai_upothesh_olwn_mas_gia_to_mellon_ths_xwras_mas/

 

Με το ΠΑΣΟΚ και το Κίνημα Αλλαγής στη Δυτική Αθήνα

Η καρδιά της δημοκρατικής παράταξης, του ΠΑΣΟΚ και τώρα του Κινήματος Αλλαγής χτυπάει πάντα στην Δυτική Αθήνα. Μαζί με τον απλό κόσμο του μόχθου, τη λαϊκή οικογένεια, τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, τους ανέργους και τους συνταξιούχους, τους βιοτέχνες και τους επαγγελματίες, τους καταστηματάρχες και την νέα γενιά που σπουδάζει με δυσμενείς όρους και εργάζεται σκληρά για μισθούς των διακοσίων και τριακοσίων ευρώ.

Εδώ χτυπάει και η δική μου καρδιά, στη Δυτική Αθήνα των μεγάλων δημοκρατικών αγώνων, των κοινωνικών διεκδικήσεων για ένα καλύτερο αύριο, της προκοπής, της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας. Εδώ που το ΠΑΣΟΚ από την ίδρυσή του, με τον Ανδρέα Παπανδρέου, δημιούργησε μια βαθιά σχέση ζωής με τους ανθρώπους της κάθε γειτονιάς, του κάθε χώρου δουλειάς και μόρφωσης. Εδώ έχω επιλέξει και θέλω θα δώσω κι εγώ τη νέα μάχη, της δικής μου γενιάς, για την Πρόοδο και την Νέα Αλλαγή. 

Εμείς οι νέοι προοδευτικοί άνθρωποι, του ΠΑΣΟΚ και του Κινήματος Αλλαγής θέλουμε να υπηρετήσουμε την Ελληνική κοινωνία και την πατρίδα μας, μέσα από μια νέα σχέση πολιτικής εκπροσώπησης, που θα χτίζεται με την αλήθεια, την ειλικρινή δέσμευση, τον καθημερινό αγώνα στη Βουλή και δίπλα στους πολίτες.  Πιστεύουμε ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη σήμερα, όσο ποτέ από ένα εθνικό προοδευτικό σχέδιο εξόδου από την πολύχρονη κρίση, που θα υπηρετηθεί με αποφασιστικότητα και συνέπεια. Είναι η ώρα ο Ελληνικός λαός να αποφασίσει τώρα ξανά ποιους θα εμπιστευθεί να τον οδηγήσουν σε αυτή την νέα πορεία, έχοντας στις πλάτες του την εμπειρία μιας οκτάχρονης εξοντωτικής κρίσης και στο μυαλό του την εξαπάτηση των Ζαππείων και του «Προγράμματος Θεσσαλονίκης»,

Η Κυβέρνηση ΣΥΙΖΑ/ΑΝΕΛ είναι ανίκανη να σχεδιάσει και να υλοποιήσει ένα συνολικό αναπτυξιακό σχέδιο. Τα αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής τους, είναι τραγικά. Στις Δυτικές Συνοικίες η κατάσταση είναι χειρότερη.  Η Ελλάδα σέρνεται σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που καταδικάζουν τη χώρα σε φτώχεια και υψηλή ανεργία για τα επόμενα χρόνια.  Από την άλλη πλευρά οι προτάσεις της ΝΔ κινούνται ουσιαστικά στην ίδια προγραμματική κατεύθυνση με την πολιτική που εφαρμόζει σήμερα ο κ. Τσίπρας. Ο κ. Μητσοτάκης θεωρεί τις κοινωνικές ανισότητες φυσικό φαινόμενο. Η πολιτική αναδιανομής του πλούτου και του κοινωνικού κράτους δεν τους αφορά.

Είμαστε εκεί, είμαι εκεί, για να σταθούμε δίπλα στους εκατοντάδες χιλιάδες αγνοημένους πολίτες που ζουν και δουλεύουν στα Δυτικά προάστια.

Είμαστε εδώ, είμαι εδώ, για την στήριξη των πιο αδύναμων συμπολιτών μας και της εξουθενωμένης μεσαίας τάξης. Για να αλλάξουμε τη σημερινή κατάσταση, να εξασφαλίσουμε μαζί ότι τα παιδιά μας θα μπορούν να μείνουν και να προκόψουν στον τόπο μας.

Το δικό μας σχέδιο ενάντια στην λιτότητα

Άρθρο μου στην karfitsa

Τα τελευταία δυόμισι χρόνια, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μας έχει συνηθίσει σε κάκιστες διαπραγματευτικές τακτικές, φέρνοντας χείριστες συμφωνίες χωρίς κανένα ανταποδοτικό όφελος για τη χώρα.

Από τις «αυταπάτες» του κ. Τσίπρα στην συνειδητή και μεθοδική διάλυση της μεσαίας τάξης και την περαιτέρω φτωχοποίηση των μη προνομιούχων, βρισκόμαστε και πάλι θεατές ενός έργου που αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Παραβολουθούμε την κυβέρνηση να επαίρεται (!) για τη νέα πενταετία λιτότητας που φορτώνει στις πλάτες του ελληνικού λαού – γιατί, βεβαίως, γνωρίζουν ότι θα έχουν αποδράσει των ευθυνών τους μέχρι να αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα αυτά. Μέτρα επώδυνα και εντελώς αχρείαστα, που θα είχαν αποφευχθεί αν το εθνικο-λαϊκιστικό μόρφωμα που κυβερνά τη χώρα είχε επιδείξει μία στοιχειώδη σοβαρότητα, ένα ίχνος στρατηγικής στη διαπραγμάτευση. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε μπροστά μας περαιτέρω περικοπές και μειώσεις στο εισόδημα των Ελλήνων πολιτών, αποκλειστικό αποτέλεσμα της κωλισιεργίας, της παλινωδίας και της πλήρους ανικανότητας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Το περίφημο αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ περί του «τέλους των μνημονίων» έχει πλέον καταρρεύσει οριστικά. Για άλλη μια φορά, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μας φέρνουν μια συμφωνία που δεν προσφέρει αναπτυξιακή προοπτική στη χώρα, αλλά ούτε και ελάφρυνση των βαρών για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, και μάλιστα σε ένα περιβάλλον ύφεσης. Τα δήθεν αντίμετρα, ακόμη και αν εφαρμοστούν, ούτε στο ελάχιστο δεν πρόκειται να καλύψουν τις τεράστιες απώλειες εισοδήματος που έχουν υποστεί οι Έλληνες πολίτες.

Υπάρχει, αλήθεια, κάποιος που να διαβλέπει σωτηρία, αναπτυξιακό ορίζοντα, σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την κρίση; Πριν τρία χρόνια ήμασταν ένα βήμα πριν την ολοκλήρωση των μνημονιακών μας υποχρεώσεων και οι επώδυνες θυσίες του ελληνικού λαού είχαν πιάσει τόπο. Σήμερα η κυβέρνηση μας βυθίζει σε νέο κύκλο λιτότητας, σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση, σε τέταρτο μνημόνιο που έρχεται να φορτώσει πέντε ακόμη δις μέτρα στα προηγούμενα 9 δις που μας έχει στοιχίσει η ανικανότητά της.
Το θέμα είναι τι κάνουμε από εδώ και στο εξής. Λύσεις υπάρχουν, αρκεί να θέλουμε να τις διεκδικήσουμε. Απέναντι στην κυνική αντιμετώπιση μιας κυβέρνησης που περιπαίζει τους πολίτες που την εμπιστεύτηκαν – αλλά ουδέποτε της έδωσαν τη νομιμοποίηση για τέταρτο, δυσβάσταχτο μνημόνιο – οφείλουμε να απαντήσουμε με συγκεκριμένο σχέδιο που θα δώσει ελπίδα και προοπτική στη χώρα. Προοδευτικές, δημοκρατικές, ρεαλιστικές λύσεις, συγκροτημένες προτάσεις, στρατηγική που θα επιβάλλει τη συναίνεση σε όλες τις φιλοευρωπαϊκές, δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου.

Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με βασικό πυλώνα την επανεκκίνηση της ανάπτυξης, με ενίσχυση της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης ως αναπτυξιακών πόλων για την παραγωγική αναδιάρθρωση. Δίνοντας προτεραιότητα στις ξένες επενδύσεις, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την εξωστρέφεια, την αύξηση της παραγωγικότητας στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, την αξιοποίηση και όχι ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Με ανασυγκρότηση της μικρομεσαίας επιχείρησης, που είναι η ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Με ενίσχυση της διαφάνειας και διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος, ώστε να εμπνέει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία. Και, πρωτίστως, με σεβασμό στον πολίτη, που πρέπει να τίθεται στο επίκεντρο κάθε αναπτυξιακής πολιτικής.

Πνοή αλλαγής, αέρας σοσιαλδημοκρατίας

Άρθρο μου Στο Καρφί

Η μεγάλη εκλογική νίκη του Εμμανουέλ Μακρόν για την γαλλική προεδρία σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τη Γαλλία, αλλά και για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία γενικότερα. Τη θέση του φόβου παίρνει τώρα η ελπίδα, το καινούργιο, το διαφορετικό. Η προοδευτική, ανθρωποκεντρική προσέγγιση έρχεται να αντικαταστήσει τον λαϊκισμό, τον διχασμό και την εσωστρέφεια. Απέναντι στις πρόσφατες συντηρητικές επιλογές της Μεγάλης Βρετανίας αλλά και των ΗΠΑ, η Ε.Ε. διαθέτει πλέον ένα ισχυρό αντίβαρο που ενισχύει τη σοσιαλδημοκρατία και προμηνύει αλλαγή στην πορεία της Ευρώπης.

Τί σημαίνει όμως αυτό για την Ελλάδα; Σαφώς το ισχυρό ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, που ευελπιστούμε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης απέναντι στην πολιτική λιτότητας που ακολουθήθηκε ως τώρα – με τα γνωστά δυσμενή αποτελέσματα. Όμως είναι επίσης σαφές ότι ούτε ο κ. Μακρόν, ούτε μια πιθανή επικράτηση του κ. Σουλτς στη Γερμανία, μπορούν να αποτελέσουν πανάκεια για τα προβλήματα της χώρας, ούτε βεβαίως να εμπνεύσουν εφησυχασμό.

Στην Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων, εξάλλου, έχει αποδειχθεί περίτρανα ότι δεν υπάρχουν Μεσσίες ή από μηχανής θεοί για θα δώσουν μαγικές λύσεις. Το είδαμε στη δήθεν «ηρωική» διαπραγμάτευση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που λίγο έλειψε να μας θέσει εκτός Ευρώπης και που εξακολουθεί να μας φορτώνει νέα μνημόνια, επιπλέον μέτρα, περαιτέρω λιτότητα.

Βλέπουμε, άλλωστε, καθημερινά το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα της ψευδεπίγραφης «πρώτη φορά αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ να καταρρέει. Η κυβέρνηση συνεχίζει σταθερά την πρακτική του άκρατου λαϊκισμού που ακολουθεί κατά κόρον τα τελευταία χρόνια: το μαύρο γίνεται άσπρο ως δια μαγείας, οι ευθύνες μετατίθενται στους προηγούμενους και τους επόμενους, τα λάθη και οι παραλείψεις κρύβονται πίσω από σκανδαλολογία και φθηνές κινήσεις εντυπωσιασμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί για άλλη μια φορά αντιπερισπασμούς για να συγκαλύψει την παταγώδη αποτυχία του, ντύνοντας τα νέα επίπονα μέτρα με τον μανδύα πλασματικών «αντίμετρων». Επαίρεται, χωρίς ίχνος αιδούς, για τη μείωση του αφορολόγητου σε ανήκουστα επίπεδα και για τον ασφαλιστικό Αρμαγεδδώνα στον οποίο οδηγεί εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους και συνταξιούχους, προσφέροντας ως αντάλλαγμα συσσίτια και εικονική παροχολογία. Εξαπολύει για άλλη μια φορά δριμύ κατηγορώ εναντίον της αντιπολίτευσης, γιατί αρνούμαστε να υπερψηφίσουμε τα δήθεν αντίμετρα, που συνοδεύουν μια συμφωνία αχρείαστη, η οποία μας έχει εγκλωβίσει στο δίλημμα: Grexit ή διαρκής λιτότητα.

Το μόνο που καταφέρνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι να τροφοδοτεί τον λαϊκισμό, να υποδαυλίζει τον διχασμό, να δυναμιτίζει τη συναίνεση και να φτωχοποιεί ολοένα και περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Ούτε, βεβαίως, προσφέρει λύσεις στα προβλήματα του Έλληνα πολίτη που έχει γονατίσει από τις περικοπές των εισοδημάτων του, την υπερφορολόγηση, την εισφοροεπιδρομή, την ανεργία.

Αν, λοιπόν, θέλουμε η πνοή αλλαγής στην Ευρώπη να φυσήξει και στη χώρα μας, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να την προκαλέσουμε.

Απέναντι στην ακατάσχετη σκανδαλολογία του ΣΥΡΙΖΑ, μόνο και μόνο για αντιπερισπασμό από τα πραγματικά προβλήματα, να απαντήσουμε με λύσεις για το σήμερα. Απέναντι στο δηλητήριο, να απαντάμε με λόγο ενωτικό, προοδευτικό. Με σοβαρές, συγκεκριμένες προτάσεις, για ένα νέο σχέδιο για την Ελλάδα. Αυτό είναι το καθήκον κάθε σοβαρής και υπεύθυνης πολιτικής δύναμης που σέβεται τον εαυτό της αλλά – πρωτίστως – τους πολίτες που την εμπιστεύονται.  Αυτό είναι το ζητούμενο για τη Δημοκρατκή Συμπαράταξη, τους αυθεντικούς εκπροσώπους της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα.

Βασική μας προτεραιτότητα αυτή τη στιγμή είναι οι ξεκάθαρες απαντήσεις στους πολίτες που υποφέρουν, που αναζητούν φως στο τούνελ της παρακμής και απελπισίας στην οποία έχουν περιέλθει με ευθύνη της κυβέρνησης.  Ένα δικό μας «σχέδιο Ελλάδα», ρεαλιστικό και πραγματοποιήσιμο, στο οποίο θα συναινέσουν όλες οι δημοκρατικές ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις.

Αν, τελικά, έχουμε κάτι να αποκομίσουμε από την θριαμβευτική νίκη του κ. Μακρόν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές, αυτό δεν θα πρέπει να είναι πρωτίστως το τί θα σημάνει για τη χώρα μας η αλλαγή των συσχετισμών δυνάμεων στην Ευρώπη, αλλά η επικράτηση του νέου – του πραγματικά νέου – επάνω στο παλιό: στον λαϊκισμό, τον παλαιοκομματισμό, τον διχασμό, την άρνηση της συναίνεσης. Η επικράτηση του νέου προσώπου της σοσιαλδημοκρατίας που συντελείται και στην Ελλάδα, με εκφραστές όλους τους προοδευτικούς, δημοκρατικούς πολίτες που ενισχύουν τον μετασχηματισμό της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε μια δυνατή, ευρωπαϊκή, σοσιαλδημοκρατική παράταξη που θα επιβάλει νέα ισορροπία στο πολιτικό σύστημα, που θα επιβάλει τη συναίνεση και τη συνεννόηση.

Η «αντεπίθεση» της σοσιαλδημοκρατίας – Άρθρο μου στις ΕΙΔΗΣΕΙΣ

 

Η «αντεπίθεση» της σοσιαλδημοκρατίας

Κάτι αλλάζει στην Ευρώπη… Η δημοσκοπική πρωτιά του Εμμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία αλλά και η δυναμική πορεία του Μάρτιν Σουλτς στη Γερμανία, έχουν αρχίσει να μονοπωλούν τον δημόσιο διάλογο το τελευταίο διάστημα. Ακόμη κι αν ο Σουλτς ηττηθεί, η σοσιαλδημοκρατία αποκτά ξανά δυναμική στη Γερμανία, κι αυτό θα επηρεάσει τις κρίσιμες αποφάσεις μιας ενδεχόμενης νέας κυβέρνησης της Άγγελα Μέρκελ. Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών, με την ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προοιωνίζει σοβαρές αλλαγές.

Αυτή η ιδεολογική στροφή έχει σαφείς ρίζες στο γενικότερο πολιτικό κλίμα των τελευταίων ετών. Μετά από επτά χρόνια κρίσης, όλοι πλέον μπορούν να συμφωνήσουν ότι οι πολιτικές αυστηρής λιτότητας που επέβαλλαν οι συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης έχουν τελματώσει την οικονομία και έχουν ουσιαστικά αποτύχει.

Είναι πλέον προφανές ότι η κοινωνική ισορροπία στην Ευρωπη θα επέλθει μόνο οταν ο άλλος πόλος, η σοσιαλδημοκρατία, γινει ξανα κυρίαρχη δύναμη και επαναφέρει το εκκρεμές στο κεντρο. Οι ευρωπαϊκές αξίες, τις οποίες ολοι επικαλούνται στα δύσκολα, ειναι η ιδεολογική ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Και αυτή, βέβαια, δεν συντάσσεται πουθενά με το μόρφωμα της δήθεν ριζοσπαστικής αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ…

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το μεγάλο ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι να δούμε πώς θα πορευτούμε από εδώ και στο εξής, ως ο διαχρονικός εκφραστής της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα. Κρατώντας το θετικό πρόσημο από την μακρόχρονη πορεία μας, με κορυφαίο τον δημοκρατικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, τις μεγάλες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις και τα μεγάλα έργα, και έχοντας μάθει από τα λάθη του παρελθόντος και τους επώδυνους συμβιβασμούς που αναγκαστήκαμε να κάνουμε στα χρόνια της κρίσης για να κρατήσουμε την Ελλάδα όρθια.

Εξάλλου, η ωριμότητα αποκτάται μέσα από τις επώδυνες εμπειρίες. Και τέτοιες έχουμε πολλές. Άλλωστε οι εποχές έχουν αλλάξει. Όποιος πολιτεύεται με εύκολα συνθήματα, ακόμα και αν κερδίσει πρόσκαιρα κάποιες εκλογές, αποδομείται αμέσως από τη σκληρή πραγματικότητα. Το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστικό.

Βασικός μας στόχος, λοιπόν, ενόψει και του συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, στο οποίο θα τεθεί το αξιακό και ιδεολογικό πλαίσιό μας, είναι ο επαναπροσδιορισμός των πολιτικών προτεραιοτήτων του Κινήματος, στην κατεύθυνση της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, της σύγχρονης ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς, του προοδευτικού πατριωτισμού για την Ελλάδα και την Ευρώπη.

Οφείλουμε να προτάξουμε το μετασχηματισμό μας σε ένα σύγχρονο μεταρρυθμιστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ευρωπαϊκού τύπου. Να δώσουμε συγκεκριμένες λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα, με σαφές κοινωνικό πρόσημο. Μια δύναμη που θα στέκεται σταθερά δίπλα στους σύγχρονους μη-προνομιούχους. Τους ανέργους, τους συνταξιούχους και τους χαμηλόμισθους. Την νέα γενιά που έχει τόσες δυνατότητες και προσόντα και αναγκάζεται να φύγει στο εξωτερικό για να βρει δουλειά. Τους πολίτες που θέλουν αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Ένα κόμμα που θα μεριμνά για τα δικαιώματα ευπαθών ομάδων και θα στέκεται με απόλυτο τρόπο απέναντι σε φαινόμενα ρατσισμού και χυδαιότητας.

Μια δύναμη εξωστρεφή που θα αναδεικνύει νέα πολιτικά θέματα και δεν θα αναλώνεται σε καυγάδες για το χθες. Που θα φέρει στη δημόσια συζήτηση θέματα στήριξης της απασχόλησης, περιβάλλοντος, στήριξης της εργαζόμενης οικογένειας, της τρίτης ηλικίας, σύγχρονης εκπαίδευσης, ατομικών δικαιωμάτων, θεσμικών αλλαγών για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής.

Να στραφούμε και πάλι στους πολίτες εκείνους που αισθάνονται αποκλεισμένοι και αδύναμοι. Με καθαρό λόγο και χωρίς διαμεσολαβήσεις. Να τους ακούσουμε και να τους δώσουμε δικαίωμα λόγου. Για όλα τα θέματα και φυσικά και για τα εσωτερικά μας. Να επαναφέρουμε στη δημόσια συζήτηση την έννοια του «κοινού οφέλους». Γιατί η πίστη σε αυτή την έννοια, του «κοινού οφέλους», είναι τελικά που διαχωρίζει ένα σοσιαλδημοκρατικό-κεντροαριστερό από ένα συντηρητικό ή νεοφιλελεύθερο κόμμα και από τον ανεύθυνο λαικισμό της αριστεράς.

 

Τώρα που αλλάζει ο κόσμος, μόνη λύση η ενότητα στην Ευρώπη

Άρθρο μου στην Athens Voice

Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τη χώρα μας ως τον «αδύναμο κρίκο» της Ευρώπης. Δεν είμαστε, εξάλλου, σε θέση ισχύος, ώστε να έχουμε δυνατή φωνή στα κέντρα αποφάσεων της Ε.Ε. – είτε πρόκειται για την οικονομική, είτε για την εξωτερική πολιτική. Στην εποχή της κρίσης, των μνημονίων και της λιτότητας εξάλλου, η – σχεδόν αποκλειστική – ενασχόληση με τα «δικά μας» είναι εν μέρει δικαιολογημένη.

Τη στιγμή, όμως, που εγείρονται σοβαρά ζητήματα για την ενότητα και το μέλλον όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και όλου του Δυτικού κόσμου, οφείλουμε να κοιτάζουμε και την ευρύτερη εικόνα. Το πολιτικό σύστημα να είναι σε επαγρύπνηση, ώστε η ενδοσκόπηση να μην μετατραπεί σε στρουθοκαμηλισμό.

Θα είναι τεράστιο σφάλμα να παραβλέψουμε τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες στο παγκόσμιο περιβάλλον και τον σαφή αντίκτυπο που θα έχουν όχι μόνο στην Ε.Ε. αλλά και σε εθνικό επίπεδο. Η ομιλία του νεοεκλεγέντα Προέδρου των ΗΠΑ κ. Τραμπ δεν άφησε περιθώρια θετικών ερμηνειών των προθέσεών του σε ό,τι αφορά την πολιτική που θα ακολουθήσει. Σε ευθεία αντίθεση με όλους τους προκατόχους του που ευαγγελίζονταν ενότητα και ειρήνη, ο κ. Τραμπ σπέρνει τον φόβο και τον διχασμό, με μια ρητορεία που διακατέχεται από βαθύτατο εθνικισμό και περιφρόνηση των εντός και εκτός συνόρων «αντιπάλων» του.

Στη διελκυστίνδα που δημιουργείται στο παγκόσμιο στερέωμα, η Ενωμένη Ευρώπη δεν μπορεί να μείνει με τα χέρια σταυρωμένα, ειδικά δεδομένου ότι η στάση του αμερικανού ηγέτη δεν είναι η μοναδική απειλή στην ενότητα των 27. Οι δηλώσεις της βρετανής πρωθυπουργού Τερέζα Μέι εν όψει των διαπραγματεύσεων για την εφαρμογή του Brexit δεν είναι ευοίωνες σε ό,τι αφορά την συνέχιση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα είναι ότι το βάρος της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης δυστυχώς έχει πλήξει κυρίως τους πιο αδύναμους, δίνοντας την ευκαιρία στα αυτοαποκαλούμενα «αντισυστημικά» κόμματα να επιχειρούν την αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, με τον ευρωσκεπτικισμό να αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα και την φασίζουσα δεξιά να τρίβει τα χέρια της.

Χρειάζονται τολμηρές αποφάσεις, γενναίες δράσεις και αυτοκριτική. Αυτοκριτική για όσα λάθη μας έφεραν ως εδώ, αυτοκριτική γιατί οι μεγάλοι της Ευρώπης άφησαν την οικονομία να περάσει πάνω από το «πτώμα» της ενοποίησης και της εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού στερεώματος.  Και δράσεις που δημιουργούν ένα δίχτυ ασφαλείας σε όλους τους Ευρωπαίους, κοινωνική προστασία για όλους και χρηματοδότηση για ανάπτυξη σε κάθε γωνιά της Ευρώπης. Και βέβαια σε ένα τέτοιο μεταβαλλόμενο πλαίσιο, η Ευρώπη δε θα πρέπει παραλείψει να θωρακιστεί απέναντι σε κάθε απειλή προς την πολιτική συνοχή της, κι αυτό είναι ευθύνη όλων των κρατών-μελών, όσο μικρή κι αν είναι η δύναμή τους.

Όταν λοιπόν ο Τραμπ  ρωτάει «Ευρώπη; Ποιά Ευρώπη;» όλοι όσοι αγωνιούμε για τον νέο κόσμο που δημιουργείται, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιτάξουμε την Ευρώπη της ελευθερίας, των δικαιωμάτων, της αλληλεγγύης και της προόδού. Στην πράξη όμως, όχι μόνο μόνο στα λόγια πια.

 

Η πολυφωνία και η ελευθεροτυπία «στο καναβάτσο»

άρθρο μου στο liberal.gr

Τις προηγούμενες μέρες παρακολουθήσαμε με συγκίνηση έναν από τους καλύτερους και δημοφιλέστερους προέδρους των ΗΠΑ, τον Μπαράκ Ομπάμα, να απευθύνει αποχαιρετιστήριο διάγγελμα πριν αποχωρήσει από την προεδρία. Τη συγκίνηση διαδέχθηκε η αποστροφή, όταν την επόμενη μέρα είδαμε τον διάδοχό του Ντόναλντ Τραμπ να επιτίθεται σε δημοσιογραφικούς οργανισμούς σε συνέντευξη τύπου.

Ίσως το περιστατικό να περνούσε απαρατήρητο στη χώρα μας αν δεν είχε συμπέσει με την πολύκροτη αγωγή του κ. Καμμένου εναντίον του γελοιογράφου και δημοσιογράφου Ανδρέα Πετρουλάκη που πριν δύο χρόνια …τόλμησε να του ασκήσει κριτική, αλλά και με τις συλλήψεις των δημοσιογράφων κκ. Κουρτάτη και Τζένου των «Παραπολιτικών».

Οι παραλληλισμοί είναι προφανείς, και οποιαδήποτε σύγκριση με τον γνωστό για τις ακραίες συντηρητικές αντιλήψεις του νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των ΗΠΑ (γνωστό, μεταξύ άλλων, και για τις πολυάριθμες δικαστικές διαμάχες στις οποίες έχει πρωταγωνιστήσει, μεταξύ των οποίων και αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση), σίγουρα δεν θα ήταν τιμητική για οποιονδήποτε δημοκρατικό πολίτη, πόσω μάλλον για τον εταίρο της υποτιθέμενης «πρώτης φορά αριστερής» κυβέρνησης της χώρας μας.

Δικαίως λοιπόν η υπόθεση έχει σηκώσει κύμα συμπαράστασης προς τους εν λόγω δημοσιογράφους και διαμαρτυρίας για την πρακτική που επιλέγει να ακολουθήσει ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ. Γιατί δεν συζητάμε για την ηθική βλάβη που υποτίθεται ότι υπέστη ο ίδιος από το δημοσίευμα – εξάλλου κάθε Έλληνας πολίτης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της προστασίας της προσωπικότητάς του. Όμως εδώ μιλάμε για ένα ακόμη δείγμα της καθεστωτικής συμπεριφοράς που διακρίνει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε κάθε έκφανσή της. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το ότι ούτε ένα στέλεχος της κυβέρνησης δεν καταδίκασε την κίνηση του Πάνου Καμμένου.

Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση και τα στελέχη της επιτίθενται στην τέταρτη εξουσία. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα χειραγώγησης του τηλεοπτικού τοπίου με τον αντισυνταγματικό νόμο Παππά, έρχεται μία ακόμη προσπάθεια εκφοβισμού των δημοσιογράφων, ένα ακόμη χτύπημα εναντίον της ελευθεροτυπίας, εναντίον του ίδιου του Συντάγματος που προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της νοοτροπίας των κυβερνώντων, που απέχουν πολύ από την βαρύγδουπη δήλωση του Πρωθυπουργού ότι αποτελούν «κάθε λέξη του Συντάγματος».

Η κατάθεση της εν λόγω αγωγής από τον κ. Καμμένο εναντίον του δημοσιογράφου και του ειδησεογραφικού ιστότοπου που φιλοξενούσε το δημοσίευμα δεν πηγάζει από την δήθεν πληγείσα τιμή και υπόληψη ενός πολιτικού που έχει βασίσει όλη την πορεία του στο διχαστικό λόγο, τα ψέμματα και το μίσος, αλλά από την αλαζονεία που διακρίνει αυτές τις πρακτικές του ιδίου αλλά και την κυβέρνηση στην οποία μετέχει.

Μακράν, λοιπόν, απέχουν οι πρακτικές που ακολουθεί η δήθεν αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από οποιαδήποτε αριστερή, δημοκρατική αντίληψη. Οι κυβερνώντες, όπως φαίνεται, κόπτονται πολύ περισσότερο για τα «ατομικά δικαιώματα» των τρομοκρατών που αλωνίζουν και οργανώνουν δολοφονικές επιθέσεις ανενόχλητοι, απ’ ότι για το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση.

Αριστερά δεν είναι η φίμωση της αντίθετης άποψης ούτε η «τιμωρία» όσων ασκούν κριτική. Ακόμη κι όταν η κριτική αυτή δεν είναι αρεστή. Ο αυταρχικός κατήφορος της κυβέρνησης δυστυχώς βάζει στο καναβάτσο, για μία ακόμη φορά, την πολυφωνία, την ελευθεροτυπία και, εν τέλει, την ίδια τη δημοκρατία.

 

Τέλος στον εθνικό διχασμό

Άρθρο μου στην Athens Voice


Πριν δύο χρόνια, τέτοιες μέρες, οδηγηθήκαμε εκβιαστικά σε εθνικές εκλογές εξαιτίας της δίψας του ΣΥΡΙΖΑ για εξουσία με κάθε κόστος. Τις οικονομικές συνέπειες της καταστροφικής διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τις βιώνουμε όλοι στην τσέπη μας, στην καθημερινότητά μας.

Όμως τα αποτελέσματα της ανεύθυνης στάσης που άσκησαν οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, από την πρώτη στιγμή που η κρίση χτύπησε την πόρτα μας, είναι βαθύτερα, μακροβιότερα και ακόμη πιο καταστροφικά για τους Έλληνες πολίτες: οδηγηθήκαμε σε έναν πρωτοφανή εθνικό διχασμό. Είτε τον χρωματίζουμε με χαρακτηριστικά «παλιού» εναντίον «νέου», είτε παίρνει τη μορφή του άκρως επικίνδυνου «ή αυτοί ή εμείς», δυστυχώς η νοοτροπία που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια και έχει δηλητηριάσει τη συλλογική μας συνείδηση ευθύνεται, τελικά, για τον φαύλο κύκλο από τον οποίο ακόμη αναζητούμε διέξοδο.

Ο λόγος για τον οποίο δεν βγήκαμε δυνατότεροι μέσα από την κρίση, όπως όλοι ελπίζαμε ότι θα συνέβαινε τα πρώτα χρόνια της οικονομικής δυσχέρειας, δεν είναι μόνο η κακή διαπραγμάτευση ή η σκληρή στάση των δανειστών. Είναι το ότι η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου της χώρας, αντί να προτάξει το εθνικό συμφέρον και να αναδείξει τον καλύτερο εαυτό του, επιδόθηκε σε κατασκευή τεχνητών αδιεξόδων, κανιβαλισμό και κοκορομαχίες, έδωσε προτεραιότητα σε μικροκομματικές σκοπιμότητες και προσωπικά συμφέροντα και δίχασε με το χειρότερο τρόπο τον ελληνικό λαό.

Αν διερωτώμαστε γιατί αδυνατούμε να ορθοποδήσουμε τα τελευταία 6 χρόνια, η απάντηση είναι μπροστά μας: πώς να μπορέσει να ξαναπάρει ο Έλληνας πολίτης την τύχη του στα χέρια του, όταν έχει «εκπαιδευτεί» από τους κομματικούς διαξιφισμούς να αντιμετωπίζει τον διπλανό του ανταγωνιστικά, ή ακόμη και εχθρικά;

Ο συγκρίσεις με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. που κατάφεραν να βγουν από τα μνημόνια είναι ντροπιαστικές για όλους μας. Τι κατόρθωσαν η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος; Απλά, αυτό που δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε πράξη εμείς: να συνεργαστούμε και συνεννοηθούμε σε συναινετικές λύσεις, παραμερίζοντας τα κομματικά συμφέροντα. Να επιδείξουμε στοιχειώδη εθνική υπευθυνότητα. Και αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να επιτευχθεί ως μεμονωμένη πρωτοβουλία.

Το επιχείρησε από την πρώτη στιγμή το ΠΑΣΟΚ, και αντί για ευήκοα ώτα βρήκε απέναντί του κλειστές πόρτες. Αντί για συναίνεση και συνεννόηση, όπως ζητούμε ανελιπώς από το 2010, αντιμετωπίσαμε είτε λυσσαλέα αντιπολίτευση είτε στείρα άρνηση, μπροστά σε μία τεράστια πρόκληση που αν μη τι άλλο επέβαλε ενότητα και εθνική ομοψυχία.

Το γεγονός ότι ο διχασμός γεννήθηκε από τις πολιτικές δυνάμεις δεν σημαίνει ότι το τέλος του θα έρθει απαραίτητα από αυτές. Ο πολιτικός κόσμος της χώρας όμως οφείλει να είναι η αφετηρία του. Δεν είναι μόνο εθνική υποχρέωση, είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη ουδέποτε δείλιασε μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις, και η νέα εθνική συμφιλίωση είναι το μεγάλο στοίχημα που μπορούμε και πρέπει να κερδίσουμε. Το χρωστάμε όχι μόνο στην ιστορική μας πορεία, στη σοσιαλδημοκρατία και στις αρχές και αξίες που πρεσβεύει, αλλά σε κάθε προοδευτικό πολίτη που μας εμπιστεύτηκε διαχρονικά και περιμένει από εμάς να αρθούμε για άλλη μια φορά στο ύψος των περιστάσεων.

Μοναδικός τρόπος για να αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων ειναι να ενισχυθεί η Δημοκρατική Συμπαράταξη, η αυθεντική κεντροαριστερά. Η παράταξη που έκανε τις σημαντικότερες τομές στη νεότερη ελληνική ιστορία, που έφερε το κοινωνικό κράτος, που έβαλε τον πολίτη στο επίκεντρο και τα αιτήματά του στο προσκήνιο. Η μόνη παράταξη που μπορεί να δώσει ξανά λύσεις στα προβλήματα του ελληνικού λαού, ο οποίος κουράστηκε να παρακολουθεί μια ανίκανη κυβέρνηση να βουλιάζει τη χώρα σε περαιτέρω ύφεση, φοροεπιδρομή, περικοπές συντάξεων και εισοδημάτων και ανεργία, και μια ανεύθυνη αντιπολίτευση που μοναδική πρόταση που εκφράζει είναι μια εκ νέου εκλογική αναμέτρηση.

Η μοναδική παράταξη, εν τέλει, που μπορεί να εμπνεύσει ξανά την ενότητα, τη σύμπνοια και τη συνεργασία, να φέρει τέλος στον εθνικό διχασμό και να ανοίξει τον δρόμο προς την ανάκαμψη, είναι η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Και ο μόνος τρόπος να βγούμε από την κρίση και τα μνημόνια είναι να επιβάλλουμε τη συναίνεση ανάμεσα σε όλες τις δημοκρατικές, φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις του τόπου.