Το δικό μας σχέδιο ενάντια στην λιτότητα

Άρθρο μου στην karfitsa

Τα τελευταία δυόμισι χρόνια, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μας έχει συνηθίσει σε κάκιστες διαπραγματευτικές τακτικές, φέρνοντας χείριστες συμφωνίες χωρίς κανένα ανταποδοτικό όφελος για τη χώρα.

Από τις «αυταπάτες» του κ. Τσίπρα στην συνειδητή και μεθοδική διάλυση της μεσαίας τάξης και την περαιτέρω φτωχοποίηση των μη προνομιούχων, βρισκόμαστε και πάλι θεατές ενός έργου που αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Παραβολουθούμε την κυβέρνηση να επαίρεται (!) για τη νέα πενταετία λιτότητας που φορτώνει στις πλάτες του ελληνικού λαού – γιατί, βεβαίως, γνωρίζουν ότι θα έχουν αποδράσει των ευθυνών τους μέχρι να αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα αυτά. Μέτρα επώδυνα και εντελώς αχρείαστα, που θα είχαν αποφευχθεί αν το εθνικο-λαϊκιστικό μόρφωμα που κυβερνά τη χώρα είχε επιδείξει μία στοιχειώδη σοβαρότητα, ένα ίχνος στρατηγικής στη διαπραγμάτευση. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε μπροστά μας περαιτέρω περικοπές και μειώσεις στο εισόδημα των Ελλήνων πολιτών, αποκλειστικό αποτέλεσμα της κωλισιεργίας, της παλινωδίας και της πλήρους ανικανότητας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Το περίφημο αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ περί του «τέλους των μνημονίων» έχει πλέον καταρρεύσει οριστικά. Για άλλη μια φορά, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μας φέρνουν μια συμφωνία που δεν προσφέρει αναπτυξιακή προοπτική στη χώρα, αλλά ούτε και ελάφρυνση των βαρών για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, και μάλιστα σε ένα περιβάλλον ύφεσης. Τα δήθεν αντίμετρα, ακόμη και αν εφαρμοστούν, ούτε στο ελάχιστο δεν πρόκειται να καλύψουν τις τεράστιες απώλειες εισοδήματος που έχουν υποστεί οι Έλληνες πολίτες.

Υπάρχει, αλήθεια, κάποιος που να διαβλέπει σωτηρία, αναπτυξιακό ορίζοντα, σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την κρίση; Πριν τρία χρόνια ήμασταν ένα βήμα πριν την ολοκλήρωση των μνημονιακών μας υποχρεώσεων και οι επώδυνες θυσίες του ελληνικού λαού είχαν πιάσει τόπο. Σήμερα η κυβέρνηση μας βυθίζει σε νέο κύκλο λιτότητας, σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση, σε τέταρτο μνημόνιο που έρχεται να φορτώσει πέντε ακόμη δις μέτρα στα προηγούμενα 9 δις που μας έχει στοιχίσει η ανικανότητά της.
Το θέμα είναι τι κάνουμε από εδώ και στο εξής. Λύσεις υπάρχουν, αρκεί να θέλουμε να τις διεκδικήσουμε. Απέναντι στην κυνική αντιμετώπιση μιας κυβέρνησης που περιπαίζει τους πολίτες που την εμπιστεύτηκαν – αλλά ουδέποτε της έδωσαν τη νομιμοποίηση για τέταρτο, δυσβάσταχτο μνημόνιο – οφείλουμε να απαντήσουμε με συγκεκριμένο σχέδιο που θα δώσει ελπίδα και προοπτική στη χώρα. Προοδευτικές, δημοκρατικές, ρεαλιστικές λύσεις, συγκροτημένες προτάσεις, στρατηγική που θα επιβάλλει τη συναίνεση σε όλες τις φιλοευρωπαϊκές, δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου.

Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με βασικό πυλώνα την επανεκκίνηση της ανάπτυξης, με ενίσχυση της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης ως αναπτυξιακών πόλων για την παραγωγική αναδιάρθρωση. Δίνοντας προτεραιότητα στις ξένες επενδύσεις, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την εξωστρέφεια, την αύξηση της παραγωγικότητας στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, την αξιοποίηση και όχι ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Με ανασυγκρότηση της μικρομεσαίας επιχείρησης, που είναι η ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Με ενίσχυση της διαφάνειας και διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος, ώστε να εμπνέει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία. Και, πρωτίστως, με σεβασμό στον πολίτη, που πρέπει να τίθεται στο επίκεντρο κάθε αναπτυξιακής πολιτικής.

Advertisements

Πνοή αλλαγής, αέρας σοσιαλδημοκρατίας

Άρθρο μου Στο Καρφί

Η μεγάλη εκλογική νίκη του Εμμανουέλ Μακρόν για την γαλλική προεδρία σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τη Γαλλία, αλλά και για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία γενικότερα. Τη θέση του φόβου παίρνει τώρα η ελπίδα, το καινούργιο, το διαφορετικό. Η προοδευτική, ανθρωποκεντρική προσέγγιση έρχεται να αντικαταστήσει τον λαϊκισμό, τον διχασμό και την εσωστρέφεια. Απέναντι στις πρόσφατες συντηρητικές επιλογές της Μεγάλης Βρετανίας αλλά και των ΗΠΑ, η Ε.Ε. διαθέτει πλέον ένα ισχυρό αντίβαρο που ενισχύει τη σοσιαλδημοκρατία και προμηνύει αλλαγή στην πορεία της Ευρώπης.

Τί σημαίνει όμως αυτό για την Ελλάδα; Σαφώς το ισχυρό ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, που ευελπιστούμε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης απέναντι στην πολιτική λιτότητας που ακολουθήθηκε ως τώρα – με τα γνωστά δυσμενή αποτελέσματα. Όμως είναι επίσης σαφές ότι ούτε ο κ. Μακρόν, ούτε μια πιθανή επικράτηση του κ. Σουλτς στη Γερμανία, μπορούν να αποτελέσουν πανάκεια για τα προβλήματα της χώρας, ούτε βεβαίως να εμπνεύσουν εφησυχασμό.

Στην Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων, εξάλλου, έχει αποδειχθεί περίτρανα ότι δεν υπάρχουν Μεσσίες ή από μηχανής θεοί για θα δώσουν μαγικές λύσεις. Το είδαμε στη δήθεν «ηρωική» διαπραγμάτευση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που λίγο έλειψε να μας θέσει εκτός Ευρώπης και που εξακολουθεί να μας φορτώνει νέα μνημόνια, επιπλέον μέτρα, περαιτέρω λιτότητα.

Βλέπουμε, άλλωστε, καθημερινά το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα της ψευδεπίγραφης «πρώτη φορά αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ να καταρρέει. Η κυβέρνηση συνεχίζει σταθερά την πρακτική του άκρατου λαϊκισμού που ακολουθεί κατά κόρον τα τελευταία χρόνια: το μαύρο γίνεται άσπρο ως δια μαγείας, οι ευθύνες μετατίθενται στους προηγούμενους και τους επόμενους, τα λάθη και οι παραλείψεις κρύβονται πίσω από σκανδαλολογία και φθηνές κινήσεις εντυπωσιασμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί για άλλη μια φορά αντιπερισπασμούς για να συγκαλύψει την παταγώδη αποτυχία του, ντύνοντας τα νέα επίπονα μέτρα με τον μανδύα πλασματικών «αντίμετρων». Επαίρεται, χωρίς ίχνος αιδούς, για τη μείωση του αφορολόγητου σε ανήκουστα επίπεδα και για τον ασφαλιστικό Αρμαγεδδώνα στον οποίο οδηγεί εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους και συνταξιούχους, προσφέροντας ως αντάλλαγμα συσσίτια και εικονική παροχολογία. Εξαπολύει για άλλη μια φορά δριμύ κατηγορώ εναντίον της αντιπολίτευσης, γιατί αρνούμαστε να υπερψηφίσουμε τα δήθεν αντίμετρα, που συνοδεύουν μια συμφωνία αχρείαστη, η οποία μας έχει εγκλωβίσει στο δίλημμα: Grexit ή διαρκής λιτότητα.

Το μόνο που καταφέρνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι να τροφοδοτεί τον λαϊκισμό, να υποδαυλίζει τον διχασμό, να δυναμιτίζει τη συναίνεση και να φτωχοποιεί ολοένα και περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Ούτε, βεβαίως, προσφέρει λύσεις στα προβλήματα του Έλληνα πολίτη που έχει γονατίσει από τις περικοπές των εισοδημάτων του, την υπερφορολόγηση, την εισφοροεπιδρομή, την ανεργία.

Αν, λοιπόν, θέλουμε η πνοή αλλαγής στην Ευρώπη να φυσήξει και στη χώρα μας, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να την προκαλέσουμε.

Απέναντι στην ακατάσχετη σκανδαλολογία του ΣΥΡΙΖΑ, μόνο και μόνο για αντιπερισπασμό από τα πραγματικά προβλήματα, να απαντήσουμε με λύσεις για το σήμερα. Απέναντι στο δηλητήριο, να απαντάμε με λόγο ενωτικό, προοδευτικό. Με σοβαρές, συγκεκριμένες προτάσεις, για ένα νέο σχέδιο για την Ελλάδα. Αυτό είναι το καθήκον κάθε σοβαρής και υπεύθυνης πολιτικής δύναμης που σέβεται τον εαυτό της αλλά – πρωτίστως – τους πολίτες που την εμπιστεύονται.  Αυτό είναι το ζητούμενο για τη Δημοκρατκή Συμπαράταξη, τους αυθεντικούς εκπροσώπους της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα.

Βασική μας προτεραιτότητα αυτή τη στιγμή είναι οι ξεκάθαρες απαντήσεις στους πολίτες που υποφέρουν, που αναζητούν φως στο τούνελ της παρακμής και απελπισίας στην οποία έχουν περιέλθει με ευθύνη της κυβέρνησης.  Ένα δικό μας «σχέδιο Ελλάδα», ρεαλιστικό και πραγματοποιήσιμο, στο οποίο θα συναινέσουν όλες οι δημοκρατικές ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις.

Αν, τελικά, έχουμε κάτι να αποκομίσουμε από την θριαμβευτική νίκη του κ. Μακρόν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές, αυτό δεν θα πρέπει να είναι πρωτίστως το τί θα σημάνει για τη χώρα μας η αλλαγή των συσχετισμών δυνάμεων στην Ευρώπη, αλλά η επικράτηση του νέου – του πραγματικά νέου – επάνω στο παλιό: στον λαϊκισμό, τον παλαιοκομματισμό, τον διχασμό, την άρνηση της συναίνεσης. Η επικράτηση του νέου προσώπου της σοσιαλδημοκρατίας που συντελείται και στην Ελλάδα, με εκφραστές όλους τους προοδευτικούς, δημοκρατικούς πολίτες που ενισχύουν τον μετασχηματισμό της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε μια δυνατή, ευρωπαϊκή, σοσιαλδημοκρατική παράταξη που θα επιβάλει νέα ισορροπία στο πολιτικό σύστημα, που θα επιβάλει τη συναίνεση και τη συνεννόηση.

Η «αντεπίθεση» της σοσιαλδημοκρατίας – Άρθρο μου στις ΕΙΔΗΣΕΙΣ

 

Η «αντεπίθεση» της σοσιαλδημοκρατίας

Κάτι αλλάζει στην Ευρώπη… Η δημοσκοπική πρωτιά του Εμμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία αλλά και η δυναμική πορεία του Μάρτιν Σουλτς στη Γερμανία, έχουν αρχίσει να μονοπωλούν τον δημόσιο διάλογο το τελευταίο διάστημα. Ακόμη κι αν ο Σουλτς ηττηθεί, η σοσιαλδημοκρατία αποκτά ξανά δυναμική στη Γερμανία, κι αυτό θα επηρεάσει τις κρίσιμες αποφάσεις μιας ενδεχόμενης νέας κυβέρνησης της Άγγελα Μέρκελ. Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών, με την ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προοιωνίζει σοβαρές αλλαγές.

Αυτή η ιδεολογική στροφή έχει σαφείς ρίζες στο γενικότερο πολιτικό κλίμα των τελευταίων ετών. Μετά από επτά χρόνια κρίσης, όλοι πλέον μπορούν να συμφωνήσουν ότι οι πολιτικές αυστηρής λιτότητας που επέβαλλαν οι συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης έχουν τελματώσει την οικονομία και έχουν ουσιαστικά αποτύχει.

Είναι πλέον προφανές ότι η κοινωνική ισορροπία στην Ευρωπη θα επέλθει μόνο οταν ο άλλος πόλος, η σοσιαλδημοκρατία, γινει ξανα κυρίαρχη δύναμη και επαναφέρει το εκκρεμές στο κεντρο. Οι ευρωπαϊκές αξίες, τις οποίες ολοι επικαλούνται στα δύσκολα, ειναι η ιδεολογική ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Και αυτή, βέβαια, δεν συντάσσεται πουθενά με το μόρφωμα της δήθεν ριζοσπαστικής αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ…

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το μεγάλο ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι να δούμε πώς θα πορευτούμε από εδώ και στο εξής, ως ο διαχρονικός εκφραστής της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα. Κρατώντας το θετικό πρόσημο από την μακρόχρονη πορεία μας, με κορυφαίο τον δημοκρατικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, τις μεγάλες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις και τα μεγάλα έργα, και έχοντας μάθει από τα λάθη του παρελθόντος και τους επώδυνους συμβιβασμούς που αναγκαστήκαμε να κάνουμε στα χρόνια της κρίσης για να κρατήσουμε την Ελλάδα όρθια.

Εξάλλου, η ωριμότητα αποκτάται μέσα από τις επώδυνες εμπειρίες. Και τέτοιες έχουμε πολλές. Άλλωστε οι εποχές έχουν αλλάξει. Όποιος πολιτεύεται με εύκολα συνθήματα, ακόμα και αν κερδίσει πρόσκαιρα κάποιες εκλογές, αποδομείται αμέσως από τη σκληρή πραγματικότητα. Το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστικό.

Βασικός μας στόχος, λοιπόν, ενόψει και του συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, στο οποίο θα τεθεί το αξιακό και ιδεολογικό πλαίσιό μας, είναι ο επαναπροσδιορισμός των πολιτικών προτεραιοτήτων του Κινήματος, στην κατεύθυνση της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, της σύγχρονης ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς, του προοδευτικού πατριωτισμού για την Ελλάδα και την Ευρώπη.

Οφείλουμε να προτάξουμε το μετασχηματισμό μας σε ένα σύγχρονο μεταρρυθμιστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ευρωπαϊκού τύπου. Να δώσουμε συγκεκριμένες λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα, με σαφές κοινωνικό πρόσημο. Μια δύναμη που θα στέκεται σταθερά δίπλα στους σύγχρονους μη-προνομιούχους. Τους ανέργους, τους συνταξιούχους και τους χαμηλόμισθους. Την νέα γενιά που έχει τόσες δυνατότητες και προσόντα και αναγκάζεται να φύγει στο εξωτερικό για να βρει δουλειά. Τους πολίτες που θέλουν αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Ένα κόμμα που θα μεριμνά για τα δικαιώματα ευπαθών ομάδων και θα στέκεται με απόλυτο τρόπο απέναντι σε φαινόμενα ρατσισμού και χυδαιότητας.

Μια δύναμη εξωστρεφή που θα αναδεικνύει νέα πολιτικά θέματα και δεν θα αναλώνεται σε καυγάδες για το χθες. Που θα φέρει στη δημόσια συζήτηση θέματα στήριξης της απασχόλησης, περιβάλλοντος, στήριξης της εργαζόμενης οικογένειας, της τρίτης ηλικίας, σύγχρονης εκπαίδευσης, ατομικών δικαιωμάτων, θεσμικών αλλαγών για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής.

Να στραφούμε και πάλι στους πολίτες εκείνους που αισθάνονται αποκλεισμένοι και αδύναμοι. Με καθαρό λόγο και χωρίς διαμεσολαβήσεις. Να τους ακούσουμε και να τους δώσουμε δικαίωμα λόγου. Για όλα τα θέματα και φυσικά και για τα εσωτερικά μας. Να επαναφέρουμε στη δημόσια συζήτηση την έννοια του «κοινού οφέλους». Γιατί η πίστη σε αυτή την έννοια, του «κοινού οφέλους», είναι τελικά που διαχωρίζει ένα σοσιαλδημοκρατικό-κεντροαριστερό από ένα συντηρητικό ή νεοφιλελεύθερο κόμμα και από τον ανεύθυνο λαικισμό της αριστεράς.

 

Τώρα που αλλάζει ο κόσμος, μόνη λύση η ενότητα στην Ευρώπη

Άρθρο μου στην Athens Voice

Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τη χώρα μας ως τον «αδύναμο κρίκο» της Ευρώπης. Δεν είμαστε, εξάλλου, σε θέση ισχύος, ώστε να έχουμε δυνατή φωνή στα κέντρα αποφάσεων της Ε.Ε. – είτε πρόκειται για την οικονομική, είτε για την εξωτερική πολιτική. Στην εποχή της κρίσης, των μνημονίων και της λιτότητας εξάλλου, η – σχεδόν αποκλειστική – ενασχόληση με τα «δικά μας» είναι εν μέρει δικαιολογημένη.

Τη στιγμή, όμως, που εγείρονται σοβαρά ζητήματα για την ενότητα και το μέλλον όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και όλου του Δυτικού κόσμου, οφείλουμε να κοιτάζουμε και την ευρύτερη εικόνα. Το πολιτικό σύστημα να είναι σε επαγρύπνηση, ώστε η ενδοσκόπηση να μην μετατραπεί σε στρουθοκαμηλισμό.

Θα είναι τεράστιο σφάλμα να παραβλέψουμε τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες στο παγκόσμιο περιβάλλον και τον σαφή αντίκτυπο που θα έχουν όχι μόνο στην Ε.Ε. αλλά και σε εθνικό επίπεδο. Η ομιλία του νεοεκλεγέντα Προέδρου των ΗΠΑ κ. Τραμπ δεν άφησε περιθώρια θετικών ερμηνειών των προθέσεών του σε ό,τι αφορά την πολιτική που θα ακολουθήσει. Σε ευθεία αντίθεση με όλους τους προκατόχους του που ευαγγελίζονταν ενότητα και ειρήνη, ο κ. Τραμπ σπέρνει τον φόβο και τον διχασμό, με μια ρητορεία που διακατέχεται από βαθύτατο εθνικισμό και περιφρόνηση των εντός και εκτός συνόρων «αντιπάλων» του.

Στη διελκυστίνδα που δημιουργείται στο παγκόσμιο στερέωμα, η Ενωμένη Ευρώπη δεν μπορεί να μείνει με τα χέρια σταυρωμένα, ειδικά δεδομένου ότι η στάση του αμερικανού ηγέτη δεν είναι η μοναδική απειλή στην ενότητα των 27. Οι δηλώσεις της βρετανής πρωθυπουργού Τερέζα Μέι εν όψει των διαπραγματεύσεων για την εφαρμογή του Brexit δεν είναι ευοίωνες σε ό,τι αφορά την συνέχιση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα είναι ότι το βάρος της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης δυστυχώς έχει πλήξει κυρίως τους πιο αδύναμους, δίνοντας την ευκαιρία στα αυτοαποκαλούμενα «αντισυστημικά» κόμματα να επιχειρούν την αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, με τον ευρωσκεπτικισμό να αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα και την φασίζουσα δεξιά να τρίβει τα χέρια της.

Χρειάζονται τολμηρές αποφάσεις, γενναίες δράσεις και αυτοκριτική. Αυτοκριτική για όσα λάθη μας έφεραν ως εδώ, αυτοκριτική γιατί οι μεγάλοι της Ευρώπης άφησαν την οικονομία να περάσει πάνω από το «πτώμα» της ενοποίησης και της εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού στερεώματος.  Και δράσεις που δημιουργούν ένα δίχτυ ασφαλείας σε όλους τους Ευρωπαίους, κοινωνική προστασία για όλους και χρηματοδότηση για ανάπτυξη σε κάθε γωνιά της Ευρώπης. Και βέβαια σε ένα τέτοιο μεταβαλλόμενο πλαίσιο, η Ευρώπη δε θα πρέπει παραλείψει να θωρακιστεί απέναντι σε κάθε απειλή προς την πολιτική συνοχή της, κι αυτό είναι ευθύνη όλων των κρατών-μελών, όσο μικρή κι αν είναι η δύναμή τους.

Όταν λοιπόν ο Τραμπ  ρωτάει «Ευρώπη; Ποιά Ευρώπη;» όλοι όσοι αγωνιούμε για τον νέο κόσμο που δημιουργείται, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιτάξουμε την Ευρώπη της ελευθερίας, των δικαιωμάτων, της αλληλεγγύης και της προόδού. Στην πράξη όμως, όχι μόνο μόνο στα λόγια πια.

 

Η πολυφωνία και η ελευθεροτυπία «στο καναβάτσο»

άρθρο μου στο liberal.gr

Τις προηγούμενες μέρες παρακολουθήσαμε με συγκίνηση έναν από τους καλύτερους και δημοφιλέστερους προέδρους των ΗΠΑ, τον Μπαράκ Ομπάμα, να απευθύνει αποχαιρετιστήριο διάγγελμα πριν αποχωρήσει από την προεδρία. Τη συγκίνηση διαδέχθηκε η αποστροφή, όταν την επόμενη μέρα είδαμε τον διάδοχό του Ντόναλντ Τραμπ να επιτίθεται σε δημοσιογραφικούς οργανισμούς σε συνέντευξη τύπου.

Ίσως το περιστατικό να περνούσε απαρατήρητο στη χώρα μας αν δεν είχε συμπέσει με την πολύκροτη αγωγή του κ. Καμμένου εναντίον του γελοιογράφου και δημοσιογράφου Ανδρέα Πετρουλάκη που πριν δύο χρόνια …τόλμησε να του ασκήσει κριτική, αλλά και με τις συλλήψεις των δημοσιογράφων κκ. Κουρτάτη και Τζένου των «Παραπολιτικών».

Οι παραλληλισμοί είναι προφανείς, και οποιαδήποτε σύγκριση με τον γνωστό για τις ακραίες συντηρητικές αντιλήψεις του νεοεκλεγέντα Πρόεδρο των ΗΠΑ (γνωστό, μεταξύ άλλων, και για τις πολυάριθμες δικαστικές διαμάχες στις οποίες έχει πρωταγωνιστήσει, μεταξύ των οποίων και αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση), σίγουρα δεν θα ήταν τιμητική για οποιονδήποτε δημοκρατικό πολίτη, πόσω μάλλον για τον εταίρο της υποτιθέμενης «πρώτης φορά αριστερής» κυβέρνησης της χώρας μας.

Δικαίως λοιπόν η υπόθεση έχει σηκώσει κύμα συμπαράστασης προς τους εν λόγω δημοσιογράφους και διαμαρτυρίας για την πρακτική που επιλέγει να ακολουθήσει ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ. Γιατί δεν συζητάμε για την ηθική βλάβη που υποτίθεται ότι υπέστη ο ίδιος από το δημοσίευμα – εξάλλου κάθε Έλληνας πολίτης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της προστασίας της προσωπικότητάς του. Όμως εδώ μιλάμε για ένα ακόμη δείγμα της καθεστωτικής συμπεριφοράς που διακρίνει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε κάθε έκφανσή της. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το ότι ούτε ένα στέλεχος της κυβέρνησης δεν καταδίκασε την κίνηση του Πάνου Καμμένου.

Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση και τα στελέχη της επιτίθενται στην τέταρτη εξουσία. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα χειραγώγησης του τηλεοπτικού τοπίου με τον αντισυνταγματικό νόμο Παππά, έρχεται μία ακόμη προσπάθεια εκφοβισμού των δημοσιογράφων, ένα ακόμη χτύπημα εναντίον της ελευθεροτυπίας, εναντίον του ίδιου του Συντάγματος που προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της νοοτροπίας των κυβερνώντων, που απέχουν πολύ από την βαρύγδουπη δήλωση του Πρωθυπουργού ότι αποτελούν «κάθε λέξη του Συντάγματος».

Η κατάθεση της εν λόγω αγωγής από τον κ. Καμμένο εναντίον του δημοσιογράφου και του ειδησεογραφικού ιστότοπου που φιλοξενούσε το δημοσίευμα δεν πηγάζει από την δήθεν πληγείσα τιμή και υπόληψη ενός πολιτικού που έχει βασίσει όλη την πορεία του στο διχαστικό λόγο, τα ψέμματα και το μίσος, αλλά από την αλαζονεία που διακρίνει αυτές τις πρακτικές του ιδίου αλλά και την κυβέρνηση στην οποία μετέχει.

Μακράν, λοιπόν, απέχουν οι πρακτικές που ακολουθεί η δήθεν αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από οποιαδήποτε αριστερή, δημοκρατική αντίληψη. Οι κυβερνώντες, όπως φαίνεται, κόπτονται πολύ περισσότερο για τα «ατομικά δικαιώματα» των τρομοκρατών που αλωνίζουν και οργανώνουν δολοφονικές επιθέσεις ανενόχλητοι, απ’ ότι για το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση.

Αριστερά δεν είναι η φίμωση της αντίθετης άποψης ούτε η «τιμωρία» όσων ασκούν κριτική. Ακόμη κι όταν η κριτική αυτή δεν είναι αρεστή. Ο αυταρχικός κατήφορος της κυβέρνησης δυστυχώς βάζει στο καναβάτσο, για μία ακόμη φορά, την πολυφωνία, την ελευθεροτυπία και, εν τέλει, την ίδια τη δημοκρατία.

 

Τέλος στον εθνικό διχασμό

Άρθρο μου στην Athens Voice


Πριν δύο χρόνια, τέτοιες μέρες, οδηγηθήκαμε εκβιαστικά σε εθνικές εκλογές εξαιτίας της δίψας του ΣΥΡΙΖΑ για εξουσία με κάθε κόστος. Τις οικονομικές συνέπειες της καταστροφικής διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τις βιώνουμε όλοι στην τσέπη μας, στην καθημερινότητά μας.

Όμως τα αποτελέσματα της ανεύθυνης στάσης που άσκησαν οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, από την πρώτη στιγμή που η κρίση χτύπησε την πόρτα μας, είναι βαθύτερα, μακροβιότερα και ακόμη πιο καταστροφικά για τους Έλληνες πολίτες: οδηγηθήκαμε σε έναν πρωτοφανή εθνικό διχασμό. Είτε τον χρωματίζουμε με χαρακτηριστικά «παλιού» εναντίον «νέου», είτε παίρνει τη μορφή του άκρως επικίνδυνου «ή αυτοί ή εμείς», δυστυχώς η νοοτροπία που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια και έχει δηλητηριάσει τη συλλογική μας συνείδηση ευθύνεται, τελικά, για τον φαύλο κύκλο από τον οποίο ακόμη αναζητούμε διέξοδο.

Ο λόγος για τον οποίο δεν βγήκαμε δυνατότεροι μέσα από την κρίση, όπως όλοι ελπίζαμε ότι θα συνέβαινε τα πρώτα χρόνια της οικονομικής δυσχέρειας, δεν είναι μόνο η κακή διαπραγμάτευση ή η σκληρή στάση των δανειστών. Είναι το ότι η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου της χώρας, αντί να προτάξει το εθνικό συμφέρον και να αναδείξει τον καλύτερο εαυτό του, επιδόθηκε σε κατασκευή τεχνητών αδιεξόδων, κανιβαλισμό και κοκορομαχίες, έδωσε προτεραιότητα σε μικροκομματικές σκοπιμότητες και προσωπικά συμφέροντα και δίχασε με το χειρότερο τρόπο τον ελληνικό λαό.

Αν διερωτώμαστε γιατί αδυνατούμε να ορθοποδήσουμε τα τελευταία 6 χρόνια, η απάντηση είναι μπροστά μας: πώς να μπορέσει να ξαναπάρει ο Έλληνας πολίτης την τύχη του στα χέρια του, όταν έχει «εκπαιδευτεί» από τους κομματικούς διαξιφισμούς να αντιμετωπίζει τον διπλανό του ανταγωνιστικά, ή ακόμη και εχθρικά;

Ο συγκρίσεις με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. που κατάφεραν να βγουν από τα μνημόνια είναι ντροπιαστικές για όλους μας. Τι κατόρθωσαν η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος; Απλά, αυτό που δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε πράξη εμείς: να συνεργαστούμε και συνεννοηθούμε σε συναινετικές λύσεις, παραμερίζοντας τα κομματικά συμφέροντα. Να επιδείξουμε στοιχειώδη εθνική υπευθυνότητα. Και αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να επιτευχθεί ως μεμονωμένη πρωτοβουλία.

Το επιχείρησε από την πρώτη στιγμή το ΠΑΣΟΚ, και αντί για ευήκοα ώτα βρήκε απέναντί του κλειστές πόρτες. Αντί για συναίνεση και συνεννόηση, όπως ζητούμε ανελιπώς από το 2010, αντιμετωπίσαμε είτε λυσσαλέα αντιπολίτευση είτε στείρα άρνηση, μπροστά σε μία τεράστια πρόκληση που αν μη τι άλλο επέβαλε ενότητα και εθνική ομοψυχία.

Το γεγονός ότι ο διχασμός γεννήθηκε από τις πολιτικές δυνάμεις δεν σημαίνει ότι το τέλος του θα έρθει απαραίτητα από αυτές. Ο πολιτικός κόσμος της χώρας όμως οφείλει να είναι η αφετηρία του. Δεν είναι μόνο εθνική υποχρέωση, είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη ουδέποτε δείλιασε μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις, και η νέα εθνική συμφιλίωση είναι το μεγάλο στοίχημα που μπορούμε και πρέπει να κερδίσουμε. Το χρωστάμε όχι μόνο στην ιστορική μας πορεία, στη σοσιαλδημοκρατία και στις αρχές και αξίες που πρεσβεύει, αλλά σε κάθε προοδευτικό πολίτη που μας εμπιστεύτηκε διαχρονικά και περιμένει από εμάς να αρθούμε για άλλη μια φορά στο ύψος των περιστάσεων.

Μοναδικός τρόπος για να αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων ειναι να ενισχυθεί η Δημοκρατική Συμπαράταξη, η αυθεντική κεντροαριστερά. Η παράταξη που έκανε τις σημαντικότερες τομές στη νεότερη ελληνική ιστορία, που έφερε το κοινωνικό κράτος, που έβαλε τον πολίτη στο επίκεντρο και τα αιτήματά του στο προσκήνιο. Η μόνη παράταξη που μπορεί να δώσει ξανά λύσεις στα προβλήματα του ελληνικού λαού, ο οποίος κουράστηκε να παρακολουθεί μια ανίκανη κυβέρνηση να βουλιάζει τη χώρα σε περαιτέρω ύφεση, φοροεπιδρομή, περικοπές συντάξεων και εισοδημάτων και ανεργία, και μια ανεύθυνη αντιπολίτευση που μοναδική πρόταση που εκφράζει είναι μια εκ νέου εκλογική αναμέτρηση.

Η μοναδική παράταξη, εν τέλει, που μπορεί να εμπνεύσει ξανά την ενότητα, τη σύμπνοια και τη συνεργασία, να φέρει τέλος στον εθνικό διχασμό και να ανοίξει τον δρόμο προς την ανάκαμψη, είναι η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Και ο μόνος τρόπος να βγούμε από την κρίση και τα μνημόνια είναι να επιβάλλουμε τη συναίνεση ανάμεσα σε όλες τις δημοκρατικές, φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις του τόπου.

Το στοίχημα είναι η σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία

άρθρο μου στο reporter.gr


Στα χρόνια της κρίσης, το μεγαλύτερο στοίχημα για τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου δεν είναι η μόνο η οικονομία, η διαπραγμάτευση και εφαρμογή των μνημονίων, ούτε απλώς η θεσμοθέτηση μεταρρυθμίσεων, αλλά κυρίως –και ως τελικός στόχος όλων των παραπάνω- η ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης της κοινωνίας, όχι σε κάθε μεμονωμένο κόμμα, αλλά στο πολιτικό σύστημα εν γένει.
Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν είναι μόνο ελληνικό. Η δυσπιστία και η απογοήτευση που ιστορικά ακολουθεί μια οικονομική κρίση, ωθεί διεθνώς το εκάστοτε εκλογικό σώμα στη λεγόμενη πλέον  «αντισυστημική» ψήφο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ακραίες δυνάμεις που κινούνται στις παρυφές της δημοκρατίας και κερδίζουν διαρκώς δύναμη σε χώρες της Ε.Ε., ο ευρωσκεπτικισμός, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit και, βεβαίως, πιο πρόσφατα, η εκλογή του Donald Trump στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ.
Είτε όμως πρόκειται για ακραίες δεξιές φωνές, είτε για τη δήθεν αριστερή ρητορική που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, κοινός παρονομαστής παραμένει η ανάγκη του κάθε πολίτη να αναζητήσει ένα διαφορετικό μήνυμα, κάτι «νέο»,  μία πραγματική αλλαγή και να εναποθέσει τις ελπίδες του σε αυτό. Στο μεν εξωτερικό μένει να δούμε πώς θα εξελιχθούν αυτές οι επιλογές. Στην Ελλάδα, από την άλλη, το βιώνουμε καθημερινά τα τελευταία δύο χρόνια.
Το εύπεπτο αφήγημα που πούλησε ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά (και το οποίο επιμένει, ενάντια σε κάθε λογική, να ντύνει τις αλλεπάλληλες αποτυχίες της κυβέρνησης,) αποδείχθηκε μεγαλοπρεπώς ότι δεν ήταν άλλο από ένα κακογραμμένο παραμύθι, που μοναδικό στόχο είχε την παραπλάνηση του Έλληνα πολίτη, προκειμένου να γαντζωθεί στην καρέκλα της εξουσίας.
Την εμπιστοσύνη που, αν κρίνουμε από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, έχει απωλέσει οριστικά η κυβέρνηση, διεκδικεί ξανά η Νέα Δημοκρατία, προτάσσοντας με τη σειρά της το δικό της ωραιοποιημένο αφήγημα. Το δήθεν «άνοιγμα» της ΝΔ στον μεσαίο χώρο και η επιφανειακή αποστασιοποίησή της από τις βαθιά συντηρητικές φωνές που διατηρεί στους κύκλους της δεν είναι άλλο από την ίδια όψη του ιδίου νομίσματος: η άντληση δύναμης από τον χώρο του κέντρου, που παραδοσιακά ανήκε ιδεολογικά και ουσιαστικά στο ΠΑΣΟΚ.
Στη Δημοκρατική Συμπαράταξη γνωρίζουμε ότι το μεγάλο αυτό στοίχημα δεν κερδίζεται εύκολα. Πρωτίστως, όμως, έχουμε απόλυτη συναίσθηση ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι μια ανώνυμη μάζα στο έλεος μιας διελκυστίνδας που οδηγεί σε νέα αδιέξοδα. Παρά τις προσπάθειες του διπόλου ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, οι επιλογές του Έλληνα πολίτη δεν περιορίζονται στο τεχνητό δίλημμα ανάμεσα στον άκρατο, ανέξοδο λαϊκισμό και στον επιμελώς μεταμφιεσμένο συντηρητισμό.
Αυτό που ζητά σήμερα απεγνωσμένα ο Έλληνας πολίτης είναι ξεκάθαρες λύσεις, ειλικρινείς απαντήσεις. Απαντήσεις στον νέο άνεργο, στον νέο υποαπασχολούμενο, στον εργαζόμενο που δουλεύει για μισθούς πείνας. Στον οικογενειάρχη που έχει φτάσει στα όριά του με την φοροεπιδρομή και τα κόκκινα δάνεια. Στον συνταξιούχο που βλέπει τους κόπους μιας ζωής να εξανεμίζονται, αλλά και στον νέο εργαζόμενο που δεν βλέπει μέλλον, με τις τεράστιες αλλαγές στο ασφαλιστικό και τις δυσβάσταχτες εισφορές. Σε κάθε πολίτη που βλέπει την απειλή ενός νέου, τέταρτου, ακόμη σκληρότερου μνημονίου να του χτυπά την πόρτα.
Η απάντηση στα προβλήματα του Έλληνα πολίτη πρέπει να είναι μία, και οφείλει να έρθει από εμάς, τη Δημοκρατική Συμπαράταξη. Την πραγματική κεντροαριστερά, τον εκφραστή της ευρωπαικής σοσιαλδημοκρατίας, που βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο έμπρακτα, με συγκεκριμένες προτάσεις για μία νέα Εθνική Αναπτυξιακή και Κοινωνική Συμφωνία για Προοδευτικές Μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, θα επιταχύνουν την ανάπτυξη και τις νέες επενδύσεις, θα φέρουν θέσεις εργασίας, αλλά και θα εγγυηθούν την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.

Βασισμένη σε μια νέα σχέση κράτους – κοινωνίας- αγοράς. Σχέση συνεργατική και όχι σχέση αντιπαλότητας.
Με βασική προτεραιότητα μας το κοινωνικό κράτος, με αιχμή την υγεία και την παιδεία. Μία απάντηση που δεν περιορίζεται σε ευχολόγια ούτε σε διαρκείς αναφορές στα πεπραγμένα μας, αλλά αποτυπώνονται σε συγκεκριμένο σχέδιο, ρεαλιστικό και πραγματοποιήσιμο.
Για  να ανατραπεί η υφιστάμενη κατάσταση, για να δυναμώσει η φωνή της δύναμης που έχει το σθένος και την αξιοπρέπεια να κοιτάζει τον Έλληνα κατάματα και να του λέει την αλήθεια, χρειάζεται αλλαγή συσχετισμών δυνάμεων. Μια παράταξη που ανέκαθεν διατηρεί σχέση αμφίδρομη με την κοινωνία. Σχέση εμπιστοσύνης, σχέση που ενισχύει τη φωνή κάθε δημοκρατικού πολίτη, για να δυναμώσει μαζί του και η δική μας φωνή.
Για να ξαναβρούμε την εθνική μας αυτοπεποίθηση, μέσα από τη νέα αυτογνωσία που αποκτήσαμε μέσα από την κρίση.  Μέσα από την εθνική συναίνεση και συνεννόηση που εμείς μπορούμε να επιβάλουμε με την δύναμη του ελληνικού λαού, χωρίς τις οποίες θα συνεχίσουμε να ταλαντευόμαστε μεταξύ μνημονίων και ομφαλοσκόπησης.

Μπορούμε καλύτερα και μπορούμε όλοι μαζί.

άρθρο μου στο liberal.gr

Η αξιολόγηση άργησε επτά μήνες, χρειάστηκε να ψηφιστούν τα πιο σκληρά μέτρα που λάβαμε ποτέ, αλλά τελικά την δόση θα την πάρουμε. Τα γλιτώσαμε τα βράχια γι’ αυτό το καλοκαίρι.

Και τώρα, τι;

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει που έδωσε τα πάντα και δεν πήρε τίποτα. Οι πολίτες περιμένουν μουδιασμένοι να δουν τα αποτελέσματα της «ηρωικής» διαπραγμάτευσης για άλλη μια φορά στο πορτοφόλι τους.

Θα ήταν αφελές να δηλώνουμε ανακουφισμένοι που, μετά από ενάμιση χρόνο αδράνειας, καθυστερήσεων και τραγικών σφαλμάτων, τα οποία κόστισαν στην ελληνική οικονομία 86 δις ευρώ, μπορούμε να επιστρέψουμε σε (όσο το δυνατόν, υπό τέτοιες ασφυκτικές συνθήκες) φυσιολογικούς ρυθμούς. Το ότι γλιτώσαμε την ελεύθερη πτώση στον γκρεμό δεν καθιστά νίκη, ούτε επιστροφή στην κανονικότητα. Θεωρώντας ότι «το μη χείρον, βέλτιστον» είναι σαν να αποδεχόμαστε ότι δεν μπορούμε καλύτερα.

Κι όμως, μπορούμε. Το έχουμε αποδείξει. Στο ερώτημα «καλύτεροι ήταν οι προηγούμενοι;» η απάντηση είναι εκκωφαντικά καταφατική. Δεν είναι καν απαραίτητη η στοιχειώδης σύγκριση∙ αρκεί απλώς να διερωτηθούμε αν πριν ενάμιση χρόνο βρισκόμασταν σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι σήμερα. Μόνο ο φανατικά αμετανόητος ψηφοφόρος των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα μπορούσε να απαντήσει αρνητικά (και όχι πάντα με το χέρι στην καρδιά).

Είναι καθήκον της αντιπολίτευσης να υπενθυμίζουμε στον ελληνικό λαό ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση. Ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι να αναδεικνύει τα λάθη, τις παραλείψεις, την καταστροφική για τη χώρα πολιτική της κυβέρνησης. Και οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φροντίζουν καθημερινά να μας παρέχουν μπόλικη τροφή.

Είναι καθήκον της αντιπολίτευσης να ασκεί δριμεία κριτική, να αποκαλύπτει τα ψέματα, την ασυνέπεια, την ανικανότητα της κυβέρνησης. Όχι επειδή διψά να κατακτήσει την εξουσία, ούτε βέβαια καταφεύγοντας στη λασπολογία, τον ανέξοδο λαϊκισμό και την παροχολογία. Αυτά τα όπλα τα έχουν διεκδικήσει οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προ πολλού, και δυστυχώς για εκείνους, έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα και σύντομη ημερομηνία λήξης. Η άσκηση κριτικής είναι καθήκον μας γιατί, απλούστατα, έχουμε υποχρέωση να λέμε την αλήθεια, μέχρι να γνωρίζει κάθε  Έλληνας πολίτης ποιός φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την περαιτέρω απώλεια εισοδήματος, την απώλεια της ποιότητας ζωής, την υπερφορολόγηση, το υπερμνημόνιο στο διηνεκές.

Εξίσου, όμως, καθήκον μας, είναι να υποδεικνύουμε εναλλακτικές και να παρουσιάζουμε λύσεις.

Τι θα είχε συμβεί, άραγε, αν αντί να προπαγανδίζει προκειμένου να υφαρπάξει «αγανακτισμένες» ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κρατήσει υπεύθυνη στάση τα 6 χρόνια της κρίσης; Αν, αντί για αντίσταση σε κάθε μεταρρύθμιση, είχε συστήσει συναίνεση; Τι θα είχε συμβεί, ακόμη, αν πέρυσι ο ΣΥΡΙΖΑ, με περισσή αλαζονεία, δεν είχε περιφρονήσει επιδεικτικά τη χείρα βοηθείας που προσφέραμε για την πατρίδα;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μπορεί όψιμα να συνειδητοποίησε ότι το μνημόνιο είναι μονόδρομος, όμως απέδειξε περίτρανα ότι μόνη της δεν μπορεί ούτε να διαπραγματευτεί, ούτε να διαφυλάξει τα εθνικά συμφέροντα, ούτε βεβαίως να το εφαρμόσει. Και, φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν είναι ικανή να εγγυηθεί την επιστροφή της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης, ιδίως όταν είναι προφανές ότι περιμένει να έρθει η ανάπτυξη με τις offshore των βουλευτών και υπουργών της.

Το μόνο που είναι ικανή να κάνει είναι να διχάζει την ελληνική κοινωνία, με απαράδεκτες δηλώσεις στελεχών της που συνεχίζουν να καλλιεργούν το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που η ίδια δημιούργησε.

Ούτε όμως είναι λύση να καταφύγουμε πάλι στις κάλπες. Λέγεται συχνά ότι ο ορισμός της παραφροσύνης είναι να κάνεις πάντα το ίδιο και να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα. Το είδαμε στην πράξη στις τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις το 2015.

Μπορούμε καλύτερα και μπορούμε μαζί.

Το αποδείξαμε το καλοκαίρι, που τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης βάλαμε πλάτη για την παραμονή της χώρας στην Ευρώπη. Το απέδειξαν τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη που κατάφεραν και βγήκαν από τα μνημόνια.

Αντί για τη ρητορική του μίσους και του διχασμού, ας επιδιώξουμε νηφαλιότητα. Αντί να επιδιδόμαστε σε κοκορομαχίες, ας πρυτανεύσει η φωνή της λογικής. Και η λογική επιβάλλει συναινέσεις, για να έχουμε κοινωνική συνοχή, για να κάνουμε τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Δεν είναι αργά για να ανασκουμπωθούμε και να δουλέψουμε μαζί για να πετύχουμε τους στόχους μας, με τη συμμετοχή όλων των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων σε μια ευρεία κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Χωρίς εγωισμούς και μικροκομματικές ατζέντες, αλλά με γνώμονα το καλό της χώρας.

Αντιπολίτευση, αλλά με ουσιαστικές προτάσεις

Παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες ένα σουρεαλιστικό σκηνικό, με στελέχη της κυβέρνησης να αλληλοσυγχαίρονται και να επαίρονται για την επιβολή δυσβάσταχτων φόρων και εισφορών και την περαιτέρω διάλυση της οικονομίας που έφερε η υποτιθέμενη διαπραγμάτευσή τους.

Η ως τώρα πορεία της 16μηνης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μας έχει δείξει ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει καμία ευθιξία. Αν υπήρχε, μετά από τόσα σκάνδαλα, κωλοτούμπες, αυτοαναιρούμενες δηλώσεις και προκλητικές συμπεριφορές, θα είχαμε δει, αν όχι μία παραίτηση, έστω μία συγγνώμη. Αντ’ αυτού, βλέπουμε μία σφιχτή γροθιά, πρόθυμη να υποστεί ακόμη και τον αυτοεξευτελισμό της προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία, με γενναίες δόσεις κυνισμού, κλείνοντας, όπως νομίζει, το μάτι στη βασική εκλογική πελατεία της.

Η πιο ανίκανη και επικίνδυνη κυβέρνηση των τελευταίων ετών μιλάει για έξοδο από τα μνημόνια, τη στιγμή που μας φορτώνει και με τέταρτο μνημόνιο-κάβα, τον «κόφτη» που θα ενεργοποιείται ερήμην της βουλής με Προεδρικό Διάταγμα. Βαφτίζει την πλήρη υποταγή της στις αξιώσεις των δανειστών ως «καλά νέα». Κάνει πράξη τη διχαστική ρητορική της,  με την διάλυση της μεσαίας τάξης (που βαφτίζει «πλουτοκρατία») και την ισοπέδωση κάθε δημιουργικού και παραγωγικού στοιχείου του τόπου: του ελεύθερου επαγγελματία, του μικρομεσαίου επιχειρηματία, του επιστήμονα, του αγρότη, του νέου ανθρώπου.

Οι πολίτες, από την άλλη, δείχνουν να τα παρακολουθούν όλα αυτά μουδιασμένοι. Δεν βλέπουμε τις συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις που είχαμε συνηθίσει τα τελευταία έξι χρόνια, κάτι που η κυβέρνηση είχε το θράσος να χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα, παρουσιάζοντας το νόμο-λαιμητόμο για ασφαλιστικό-φορολογικό ως θετική εξέλιξη.

Μήπως η έλλειψη «κινητοποίησης», που μεταφράζεται σε αδιευκρίνιστη ψήφο ή ενδεχόμενη αποχή και στις επόμενες εκλογές, συνιστά ανακούφιση επειδή το ενδεχόμενο να ξαναζήσουμε το τραγικό καλοκαίρι του 2015 απομακρύνεται με το κλείσιμο της αξιολόγησης; Μήπως έχουμε αποδεχθεί ότι οι καλύτερες μέρες, αν έρθουν, αργούν πολύ ακόμη, σε αντίθεση με όσα αρέσκεται να δηλώνει ο πρωθυπουργός;

Ή μήπως, απλά, δεν αρκεί το καταγγελτικό ύφος, αλλά ούτε τα ευχολόγια, για να κινητοποιηθεί ξανά ο απογοητευμένος πολίτης που έχει ανάγκη από ρεαλιστικές εναλλακτικές προτάσεις, από πολιτικές δυνάμεις που τον κοιτάζουν στα μάτια και του λένε την αλήθεια, έστω κι αν αυτή δεν είναι ευχάριστη. Ο λαός που είτε έχει αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, είτε βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα στο «σανό» που του προσφέρει απλόχερα το εθνολαϊκιστικό μόρφωμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, και στην αντιπολίτευση της ΝΔ που περιορίζεται σε γελοιογραφίες και απαίτηση για εκλογές, αντί για ουσιαστικές προτάσεις.

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη μπορεί να αποτελέσει τη λύση στο αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγήσει τη χώρα το δίπολο ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ. Το περασμένο σαββατοκύριακο ήταν ένας σημαντικός σταθμός σε αυτό το εγχείρημα. Έχουμε επίγνωση της πραγματικότητας, έχουμε μάθει από τα λάθη μας, και είμαστε έτοιμοι να κάνουμε γενναία βήματα μπροστά, όλοι μαζί.

Συνειδητοποιημένοι ότι δεν αρκούν «μερεμέτια» για την ανασυγκρότησή του χώρου της κεντροαριστεράς, και πολύ περισσότερο την αναγέννηση της χώρας – κάνουμε νέα αρχή. Η Πολιτική Διακήρυξη και οι Προγραμματικές μας θέσεις αποτελούν την αφετηρία για έναν ειλικρινή διάλογο με κάθε προοδευτικό, δημοκρατικό πολίτη της χώρας.

Ξέρουμε ότι η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται, ούτε υποκλέπτεται με κούφιες υποσχέσεις, αλλά κατακτάται. Και βασική μας προτεραιότητα είναι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη εμπιστοσύνη όλων εκείνων των ανθρώπων που μοιράζονται τις αξίες και τις ιδέες μας. Να την κερδίσουμε όχι με μεγαλοστομίες αλλά με πράξεις, και να πορευτούμε ξανά μαζί.

Για να μην επιτρέψουμε πια σε κανέναν εκφραστή του λαϊκισμού, του κρατισμού και της οπισθοδρόμησης να παίζει με την τύχη και το μέλλον της χώρας. Και κυρίως, για να δώσουμε ξανά φωνή στους δημοκρατικούς πολίτες που αναζητούν στέγη και έμπνευση, που θέλουν να παλέψουν για την πρόοδο και την ευημερία της Ελλάδας.

Μήνυμα ενότητας και δημιουργίας στέλνει η Δημοκρατική Συμπαράταξη

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αποτελεί ένα κάλεσμα σε όλους όσους, από την μεταπολίτευση έως σήμερα, συμπορεύτηκαν με το ΠΑΣΟΚ, συμμερίστηκαν τις αρχές και τις αξίες του Κινήματος και αποτέλεσαν διαχρονικά τη ραχοκοκαλιά της προοδευτικής, δημοκρατικής παράταξης. Για να μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε το σπίτι μας, να είμαστε η κινητήριος δύναμη στην Ελλάδα του 21ου αιώνα που δεν λυγίζει κάτω από τις προκλήσεις και δεν υποκύπτει στη διχόνοια και το ταξικό μίσος.

Στα έξι χρόνια της κρίσης η παράταξή μας κατηγορήθηκε για πολλά και πλήρωσε με δυσανάλογα βαρύ πολιτικό κόστος. Φυσικά έγιναν και λάθη, και είμαστε οι πρώτοι που το παραδεχόμαστε.

Όμως το εύπεπτο παραμύθι της δαιμονοποίησης του ΠΑΣΟΚ για όλα τα δεινά που ταλανίζουν τη χώρα έφτασε στο τέλος του. Εμείς κάναμε την αυτοκριτική μας και απελευθερωθήκαμε από την ενοχοποίηση και τα βαρίδια του παρελθόντος. Είπαμε την αλήθεια με το όνομά της και ποτέ δεν εμπορευτήκαμε ελπίδα χωρίς αντίκρισμα.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία η παράταξή μας αναδεικνύεται ξανά πιο δυνατή, ενωμένη, έτοιμη για τις μεγάλες μάχες.

Αυτό το σαββατοκύριακο η Δημοκρατική Συμπαράταξη στέλνει ομόφωνα ένα μήνυμα ομοψυχίας, ενότητας και δημιουργίας. Μια ηχηρή απάντηση στα αδιέξοδα που δημιούργησε ο διχασμός και η πόλωση ανάμεσα στον λαϊκισμό της ριζοσπαστικής αριστεράς και τον νεοφιλελευθερισμό της δεξιάς.

Εμείς δεν πάσχουμε από αυταπάτες. Ο δρόμος μπροστά μας είναι δύσκολος, όχι όμως απροσπέλαστος. Επίγνωση της πραγματικότητας δεν σημαίνει αδράνεια και φόβο, δεν σημαίνει δειλία και «πιλάτειο» αντιμετώπιση. Μια υπεύθυνη παράταξη δεν μπορεί να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, παρακολουθώντας τις εξελίξεις να την προσπερνούν, ούτε να αναλαμβάνει το ρόλο των «χρήσιμων ηλίθιων» για συμφέροντα τρίτων. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα.

Η δημοκρατική παράταξη υπήρξε πάντα ο μοναδικός πόλος προοδευτικής διακυβέρνησης που κατάφερε να κινεί τη χώρα μπροστά, η μοναδική πολιτική δύναμη που μπορεί να ενώσει, να συνθέσει, να ανοίξει νέους δρόμους για τους πολίτες. Αυτό καλείται να κάνει και σήμερα. Με συμπόρευση και έκφραση της κοινωνίας των πολιτών, με δημιουργικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και εξωστρέφεια.

Μπορούμε να αναδείξουμε ξανά τη Δημοκρατική Συμπαράταξη στον ισχυρό πόλο, απέναντι στις συντηρητικές πολιτικές της ΝΔ και τον αριστερό λαϊκισμό και τον κρατισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Η αρχή έχει ήδη γίνει.

Μπορούμε και πάλι, μαζί. Δεν είναι απλά ένα σύνθημα, είναι η αλήθεια. Μπορούμε, με αφετηρία τις αξίες και τις ιδέες μας, να κοιτάξουμε το μέλλον με αισιοδοξία. Για να δημιουργήσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, που θα διασφαλίζει κοινωνική πρόοδο και ευημερία, βιώσιμη ανάπτυξη και αξιοπρέπεια. Που θα εγγυηθεί ότι οι δημιουργικές δυνάμεις της χώρας μπορούν ξανά να ονειρευτούν.