«Δημοκρατικό χρέος η πλήρης διαλεύκανση της παρακολούθησης του κινητού του Νίκου Ανδρουλάκη»

Ομιλία στην Επιτροπή Δημόσια Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης & Δικαιοσύνης.

Κύριες και κύριοι συνάδελφοι,

Στην πολιτική ζωή της χώρας έχει ανακύψει ένα μείζον θέμα δημοκρατίας και διαφάνειας , που αντικειμενικά και αρέσει δεν αρέσει, κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο και απασχολεί έντονα  τα ξένα Μ.Μ.Ε. 

Αναφέρομαι προφανώς στο ζήτημα των παρακολουθήσεων που συγκλόνισε και συνεχίζει να συγκλονίζει.

 Ένα ζήτημα που αναμφίβολα αποτελεί δικαιολογημένα το επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης , σειρά έτερων σημαντικών θεμάτων επικαιρότητας.

Είναι φανερό, ότι από την πλευρά της κυβέρνησης  γίνεται συστηματικά μια προσπάθεια υποβάθμισης του προβλήματος, ελπίζοντας πιθανά σε ένα «ξεφούσκωμά» του. Είχαν προηγηθεί προσπάθειες αποσιώπησης του προβλήματος που όμως δεν εμπόδισαν την ανάδειξη της αλήθειας: Ο Νίκος Ανδρουλάκης, Ευρωβουλευτής και υποψήφιος Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο, παρακολουθείτο από την Ε.Υ.Π!

Πάει να κλείσει περίπου ένας μήνας από τότε που ο Πρόεδρός μας παρουσιάστηκε στην Δικαιοσύνη για να καταγγείλει με τον πιο κατηγορηματικό και ταυτόχρονα θεσμικό τρόπο την προσπάθεια παρακολούθηση του κινητού του μέσω του λογισμικού Predator όπως επιβεβαιώθηκε από τις Υπηρεσίες του Ευρωκοινοβουλίου. Παρ΄ όλα αυτά όμως ακόμα δεν δίνονται ουσιαστικές απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα που έχουν τεθεί ήδη από την πρώτη στιγμή.

Αφήνεται να δημιουργούνται επικίνδυνες σκιές και να τροφοδοτούνται  ερωτήματα για λειτουργίες, τρόπους δράσης ζωνών του Κρατικού Μηχανισμού. Αφήνεται να δημιουργείται χώρος στον κόσμο του διαδικτύου για σχόλια που ακόμα και σήμερα εμφανίζουν τον Νίκο Ανδρουλάκη ως ύποπτο, αφού κατά το σκεπτικό όσων όχι τυχαία τα γράφουν « για να τον παρακολουθούσαν, κάτι υπήρχε, κάτι παράνομο, κάτι που μπορεί να ήταν εχθρικό για την εθνική ασφάλεια υπήρχε». Πρόκειται για ανήθικη τακτική, πρόκειται για μια πρωτοφανή προσπάθεια να σπιλωθεί το θύμα της αυθαιρεσίας και της αντιδημοκρατικής πρακτικής που υπήρξε. Πρόκειται για σοβαρό πρόβλημα  για την ποιότητα και την λειτουργία της Δημοκρατίας μας.

Στο πλαίσιο αυτό κινήθηκε άλλωστε και η προχθεσινή σχετική συζήτηση εδώ στην Βουλή, όπου κανείς μας δεν έγινε σοφότερος από μια γενικόλογη αντιπαράθεση που δεν είχε κάτι νέο να προσφέρει στον δημόσιο διάλογο. Παρακολουθήσαμε μια συζήτηση για το ποιος στην θητεία του παρακολουθούσε περισσότερους, αλλά για την ουσία τίποτα. Για την παρακολούθηση του κινητού του Νίκου Ανδρουλάκη, για το τι συμβαίνει στον υπέροχο κόσμο των Μυστικών Υπηρεσιών στην χώρα μας, τίποτα.

Το ΠΑΣΟΚ από την πρώτη στιγμή είχε τονίσει ότι αν θέλουμε να γίνει μια σοβαρή κουβέντα επί του θέματος, θα έπρεπε πρώτα από όλα να συγκληθεί η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, όπου θα καλούνταν όλα τα πρόσωπα – εκ νέου – να τοποθετηθούν καθώς έχουν προκύψει νέα στοιχεία σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση της, όπου τίποτα δεν είχε ειπωθεί για την παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη από την Ε.Υ.Π. και που μέχρι εκείνη την στιγμή διαψεύδονταν.

Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι ύστερα και από την πρόσφατη συζήτηση στην Ολομέλεια, τα δύο καίρια ερωτήματα παρέμειναν αναπάντητα:

  • Ποιος και γιατί παρακολουθούσε τις  τηλεπικοινωνίες του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ; 

Το ερώτημα αυτό απέφυγε να το απαντήσει ο Πρωθυπουργός, όταν την ίδια στιγμή άθλιες διαρροές της κυβέρνησης εμπλέκουν τρίτες χώρες, οι οποίες διαψεύστηκαν από τις Διπλωματικές αποστολές των σχετιζόμενων χωρών, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα την χώρα μας.

  • Επίσης ούτε το σοβαρό ερώτημα για το ποιος έχει προμηθευτεί και ποιος χρησιμοποιεί το σύστημα Predator στη χώρα μας, έτυχε απάντησης. Σιγή ιχθύος από μια κατά τα άλλα λαλίστατη και “επικοινωνιακή” κυβέρνηση.

Ο κόσμος παρακολουθεί, ο κόσμος ανησυχεί αλλά απαντήσεις δεν παίρνει. Και μέσα σε όλα αυτά η κοινωνία έχει να αντιμετωπίσει βασικά προβλήματα της καθημερινότητας της, με μεγάλη μερίδα των πολιτών να εκφράζει έντονη ανησυχία γιο το κύμα ακρίβειας και το δύσκολο χειμώνα που προμηνύεται, τα εθνικά ζητήματα, την αυξανόμενη εγκληματικότητα και τα φαινόμενα βίας, όπως τα αποτελέσματα αυτά αποτυπώθηκαν σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις.

Κύριες και κύριοι συνάδελφοι,

Το σημερινό τώρα προς επεξεργασία και εξέταση σχέδιο νόμου περιλαμβάνει την ενσωμάτωση και την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας σε Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετιζόμενες με τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών καθώς και τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών. Ειδικότερα προτείνεται η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των οδηγιών 2019/770 και 2019/771, σε τροποποίηση του Κανονισμού 2017/2394 και της Οδηγίας 2009/22 και σε κατάργηση της Οδηγίας 1999/44.

Με τις προτεινόμενες δε, διατάξεις επέρχονται επίσης τροποποιήσεις στο 14ο και 19ο κεφάλαιο του Αστικού Κώδικα, περί πώλησης, ανταλλαγής και σύμβασης έργου καθώς και στο ν. 2251/1994 που αφορά την προστασία του καταναλωτή.

Όπως ασφαλώς όλοι μας γνωρίζουμε, η ενσωμάτωση των ανωτέρω οδηγιών στην εσωτερική έννομη μας τάξη, συνιστά μια εθνική μας υποχρέωση, μη διαπραγματεύσιμη.

Το άρθρο 4 μάλιστα των Οδηγιών, δεν αφήνει κανένα περιθώριο, ορίζοντας ότι τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν διατάξεις στην εθνική τους νομοθεσία που παρεκκλίνουν από εκείνες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα οδηγία, υιοθετώντας το μοντέλο της μέγιστης ή πλήρους εναρμόνισης.

Όμως, όπως επίσης ρητά ορίζεται, η μεταφορά αυτών στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχει γίνει έως την 1η Ιουλίου 2021 με εφαρμογή των μέτρων από την 1η Ιανουαρίου 2022… Για ακόμα λοιπόν μια φορά με κυβερνητική ευθύνη εμφανίζεται εκπρόθεσμη και έκθετη η χώρα μας. Τείνει να παγιωθεί η τακτική της καθυστέρησης στην όποια νομοθέτηση αλλά και της νομοθέτησης βάσει επικαιρότητας.

Γιατί λοιπόν αυτή η νομοθετική βραδύτητα και αμέληση των εθνικών μας υποχρεώσεων ;

Αναμφίβολα πρόκειται για δύο πολύ σημαντικές οδηγίες οι οποίες θα έπρεπε να είχαν ενσωματωθεί “χθες” στην εθνική νομοθεσία.

Η πανδημία covid άλλαξε τις συναλλακτικές συνήθειες και πρακτικές, καταδεικνύοντας τη μεγάλη σημασία αλλά και την αναγκαιότητα των διασυνοριακών καταναλωτικών συμβάσεων. Παρά τη δεδομένη τεχνολογική εξέλιξη και τη διάδοση του ηλεκτρονικού εμπορίου, το αναπτυξιακό δυναμικό του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ένωση δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί πλήρως όπως αναγνωρίζουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. Οι στατιστικές καταδεικνύουν τα ανωτέρω, όταν μόλις το 10% σχεδόν των εμπόρων λιανικής στην ΕΕ πραγματοποιούν διασυνοριακές πωλήσεις σε καταναλωτές εντός αυτής και μόλις περί το 35% των καταναλωτών αισθάνεται εμπιστοσύνη στο να προβεί απευθείας στην προμήθεια καταναλωτικών αγαθών από επιχειρήσεις άλλης χώρας της ΕΕ.

Για την αντιστροφή του ως άνω κλίματος και την ενίσχυση της ψηφιακής οικονομίας απαιτείται μεταξύ άλλων η διασφάλιση καλύτερης πρόσβασης των καταναλωτών στο ψηφιακό περιεχόμενο και στις ψηφιακές υπηρεσίες, και η διευκόλυνση των επιχειρήσεων στην προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών. Ζητούμενα που ρυθμίζουν αμφότερες οι αναφερόμενες Οδηγίες.

Η χώρα μας όμως αγνοώντας αυτή τη δυναμική παραμένει ουραγός, επιδεικνύοντας σχεδόν αδιαφορία στην ενσωμάτωση των δύο αυτών Οδηγιών.

Και ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για καινοτόμα ενωσιακά νομοθετήματα, αποτελώντας την πρώτη ιστορικά προσπάθεια της Ένωσης να θεσπίσει ενιαίους κανόνες για τη ρύθμιση των καταναλωτικών συμβάσεων με αντικείμενο ψηφιακές παροχές.

Η δε, έτερη Οδηγία 2019/771 για την πώληση αγαθών έρχεται να συμπληρώσει και να ολοκληρώσει θα προσέθετα, το ρυθμιστικό πλαίσιο που είχαν καθιερώσει παλαιότερες Οδηγίες. Δια της Οδηγίας αυτής καθιερώνονται πλέον ενιαίοι κανόνες σχετικά με τη συμμόρφωση του αντικειμένου της πώλησης με τους όρους της σύμβασης. Εξίσου σημαντική πρέπει να θεωρείται και η πρόβλεψη περί προστασίας των δικαιωμάτων του καταναλωτή αλλά και το βάρος απόδειξης της έλλειψης συμμόρφωσης του αγαθού στη σύμβαση, όταν διαπιστώνεται εντός ενός έτους από την παράδοσή του στον αγοραστή, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις θεωρείται ότι η έλλειψη υφίστατο ήδη κατά το χρόνο αυτό (άρθρο 11 Οδηγίας – άρθρο 43 σχεδίου νόμου).

Γενικότερα, οι παρούσες Οδηγίες και κατ’ επέκταση το φερόμενο σχέδιο νόμου, το οποίο ενσωματώνει αυτές, κινούνται προς την κατεύθυνση της διαφύλαξης των συναλλαγών και της ασφάλειας των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, από μέρους μας δεν μπορούμε να είμαστε αρνητικοί.

Η παράταξη μας,  το ΠΑΣΟΚ, επιζητά μια υγιή και ασφαλή αγορά με κανόνες λειτουργίας που θα λαμβάνουν υπόψη σθεναρά το συμφέρον του καταναλωτή και θα διασφαλίζουν την αξιοπιστία και ασφάλεια των εμπορικών συναλλαγών.

Κλείνοντας λοιπόν, η ενσωμάτωση Οδηγιών στην ελληνική έννομη τάξη δεν είναι ένα απλό τυπικό θέμα, αλλά θα πρέπει να γίνεται ουσιαστικά αλλά και έγκαιρα, χωρίς αδικαιολόγητες και υπέρμετρες καθυστερήσεις όπως ασφαλώς συνέβη στην παρούσα περίπτωση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s