Οι πολίτες πρέπει να είναι σίγουροι ότι η Ελληνική κυβέρνηση διασφαλίζει την προστασία των προσωπικών δεδομένων τους

Κύριε Υπουργέ,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

H μηνυτήρια αναφορά του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής για την απόπειρα παρακολούθησης του κινητού του έφερε στην επιφάνεια ένα μείζον θέμα διαφάνειας και δημοκρατίας. Είναι αδιανόητο να συζητάμε ενδεχόμενο παρακολούθησης του τηλεφώνου οποιουδήποτε πολίτη, πολύ περισσότερο του Προέδρου του 3ου κόμματος στην Βουλή.

Τα γεγονότα είναι σαφή. Το θέμα της απόπειρας παρακολούθησης του τηλεφώνου του Νίκου Ανδρουλάκη έχει προκύψει από τις 21 Σεπτεμβρίου ενώ βρισκόταν στην Ελλάδα και όχι στην Ευρωβουλή. Αυτό το λογισμικό που ανιχνεύτηκε πιθανόν να μην είναι το μοναδικό και να έχουν γίνει και άλλες προσπάθειες παρακολούθησης του Προέδρου μας.

Υπάρχει ειδική επιτροπή ασφαλείας που μπορεί να ελέγξει τα σχετικά με αυτή τη διαδικασία. Υπάρχει έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αυτό το θέμα πρέπει να το διερευνήσει η Ελληνική δικαιοσύνη, οι αρμόδιες αρχές της χώρας, η κυβέρνηση μέχρι τέλους. Να δοθούν πλήρεις, πειστικές εξηγήσεις. Πρέπει να ελεγχθεί ποιος έβαλε το παράνομο λογισμικό στον αρχηγό του τρίτου κόμματος της χώρας.

Πρέπει να διερευνηθεί η αλήθεια. Να δούμε ποιες είναι αυτές οι σκοτεινές δυνάμεις που χρησιμοποίησαν παρακρατικές μεθόδους για να τον παρακολουθήσουν.

Εμείς ζητάμε από τη δικαιοσύνη και την Κυβέρνηση, για κάθε τέτοια περίπτωση, αλλά και για όλους τους Έλληνες πολίτες να υπάρχει προστασία από τέτοιες μεθόδους. Εδώ τίθεται θέμα δημοκρατίας. Μας αφορά όλους. Αφορά τον απλό πολίτη, την ανεξαρτησία του πολιτικού συστήματος. Οι πολίτες πρέπει να είναι σίγουροι ότι η Ελληνική κυβέρνηση διασφαλίζει την προστασία των προσωπικών δεδομένων τους.

Θα φανεί πολύ σύντομα αν η Κυβέρνηση έχει τη διάθεση να λήξει αυτό το θέμα με διαφάνεια.

Κύριε Υπουργέ,

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, 

σήμερα, συζητούμε το παρόν Σχέδιο Νόμου το οποίο αποσκοπεί να  ρυθμίσει, κυρίως, το ζήτημα της συγκρότησης, στελέχωσης και λειτουργίας της Δικαστικής Αστυνομίας. Όπως προκύπτει από το κείμενο του Ν/Σ πρόκειται για τη θεσμοθέτηση μιας εξειδικευμένης υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που σκοπό θα έχει την αποτελεσματική υποβοήθηση του έργου των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών.

Προσπάθειες συγκρότησης Υπηρεσίας ∆ικαστικής Αστυνομίας  έγιναν στην Ελλάδα ήδη από το 1836. Αναφορά του όρου ∆ικαστική Αστυνοµία γίνεται για πρώτη φορά στο άρθρ. 81 υπ’αρ. 85/31.12.1836 διατάγματος, κατά το οποίο το έργο της ∆ικαστικής Αστυνοµίας διενεργείται από τους «Δημάρχους, Προέδρους, ή Αστυνόμους» και σκοπός της είναι να εξετάζει τα εγκλήματα και τα πληµµελήµατα, να συλλέγει τις αποδείξεις και ενδείξεις, να εξακριβώνει τις περιστάσεις και να καταστρώνει τακτικά πρωτόκολλα για τους αυτουργούς. 

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ο θεσμός αυτός ήδη λειτουργεί. Στη Γαλλία είχε ιδρυθεί η δικαστική αστυνομία ήδη από το 1907 µε πρωτοβουλία την οποία είχε πάρει ο Polis Clemencau (Κλεµανσώ),ο οποίος ήταν την εποχή εκείνη και Πρωθυπουργός της Γαλλίας και Υπουργός Εσωτερικών και ο οποίος είχε δημιουργήσει τη ∆ικαστική Αστυνοµία, ως µια αστυνοµία, η οποία θα συνόδευε στο έργο της την δικαστική εξουσία για να καταπολεµήσει το µεγάλο έγκληµα, το οποίο εκείνη την εποχή στη Γαλλία είχε πάρει µια διάσταση πρωτόγνωρη και η οποία υπερέβαινε κατά πολύ τα όσα συνέβαιναν στις διάφορες περιοχές της Γαλλίας.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε, ότι η συγκρότηση σώματος Δικαστικής Αστυνομίας, αποτελεί ένα διαχρονικό αίτημα σύσσωμου του νομικού κόσμου (δικηγόρους-Δικαστές-Εισαγγελείς), και υποστηρίχθηκε από διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις όλα τα προηγούμενα χρόνια, τις περιόδους εκείνες που επιχειρήθηκε η υλοποίησή της. 

Αναφέρομαι στο άρθρο 36 του ν. 2145/1993 που είχε προβλέψει, κατόπιν έκδοσης προεδρικού διατάγματος, την ίδρυση υπηρεσίας Δικαστικής Αστυνομίας στις εισαγγελίες πρωτοδικών της χώρας, σκοπός της οποίας ήταν η υποβοήθηση του εισαγγελέα πρωτοδικών στα καθήκοντά του με τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων και προκαταρκτικών εξετάσεων, τη συλλογή αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για τη βεβαίωση τέλεσης εγκλήματος και ανακάλυψης του δράστη, καθώς επίσης και την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, ενταλμάτων σύλληψης, προσωρινής κράτησης και βίαιης προσαγωγής καθώς και κάθε άλλης διαδικαστικής πράξεως της ποινικής διαδικασίας κατά την κρίση του αρμόδιου εισαγγελέα. Αλλά και την περίοδο 2010-2011, δεν επετράπη να συνεχίσει το εγχείρημα αυτό, καθώς το έλλειμμα είχε εκτοξευτεί, στο τέλος της περιόδου 2004-2009, στα 36 δισεκατομμύρια ευρώ και είχαν επιβληθεί τα μέτρα για τη μείωση των δαπανών.

Επομένως, καθώς ο σκοπός του ΝΣ φαίνεται να εξυπηρετεί τη καλύτερη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, η πρωτοβουλία αυτή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μας βρίσκει επί της αρχής σύμφωνους.

Παρόλα αυτά, έχετε την ευκαιρία, σ’ αυτό το Ν/Σ, το τελευταίο για το Υπουργείο σας πριν κλείσει η Βουλή, για τις θερινές διακοπές, να τροποποιήσετε την μέχρι τώρα τακτική σας και να λάβετε υπόψιν σας σοβαρά, τα όσα ακούστηκαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις της Επιτροπής και τους φορείς. 

Μόνο προς όφελος του παρόντος νομοθετήματος θα είναι και εχέγγυο της επιτυχούς εφαρμογής του. Αφορά ειδικότερα ζητήματα, ουσιαστικής και νομοτεχνικής φύσεως τα οποία χρήζουν προσοχής και ενδεχόμενης τροποποίησης, καθώς οι προτεινόμενες σχετικές ρυθμίσεις δεν μας βρίσκουν σύμφωνους, σημεία τα οποία τόνισε διεξοδικά ο Ειδικός Αγορητής μας.

Πιο συγκεκριμένα: 

– Δημιουργείται μια ασάφεια σχετικά με την αρμοδιότητα στην οποία θα υπάγεται η συγκεκριμένη υπηρεσία, καθώς από τον συνδυασμό των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 3 δεν διασαφηνίζεται, αν η εν λόγω υπηρεσία θα υπάγεται στην αρμοδιότητα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή στην αρμοδιότητα της εισαγγελίας εφετών. Ορθό, κατά την άποψη μας, είναι η εποπτεύουσα αρχή να καθορίζεται αναλόγως προς την καθ’ ύλη αρμοδιότητα, δηλαδή, εφόσον αρμόδια για τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, εποπτεύων να είναι ο Εισαγγελέας του Πρωτοδικείου, ενώ αντίστοιχα για θέματα αρμοδιότητας της Εισαγγελίας Εφετών, αρμόδιος να είναι ο Εισαγγελέας Εφετών.

– Επιπλέον, η αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, να επιλέξει κατά τη διακριτική του ευχέρεια τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης της Δικαστικής Αστυνομίας, ο οποίος μάλιστα θα πρέπει να είναι συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός, μας δημιουργεί έντονο προβληματισμό. Αυτός ο προβληματισμός συνίσταται τόσο στην απευθείας επιλογή από τον εκάστοτε Υπουργό Δικαιοσύνης, χωρίς δηλαδή να υφίσταται ένα αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης  όσο και στον περιορισμό των «υποψηφίων», μόνο μεταξύ συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών, αποκλείοντας άλλους υποψηφίους, οι οποίοι έχουν τις απαιτούμενες νομικές γνώσεις και νομική παιδεία.

Ο Πρόεδρος της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, κατά την ακρόαση των φορέων εξέφρασε την άποψη του δικηγορικού σώματος ότι οι συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί δεν πρέπει, να τοποθετούνται σε θέσεις, οι οποίες είναι κρατικές, διοικητικές, δημόσιες ή, τουλάχιστον, εάν τοποθετούνται, πρέπει, να παρέλθει ένα ικανό χρονικό διάστημα από το χρόνο που συνταξιοδοτούνται. Η αλήθεια είναι κύριε Υπουργέ ότι η συγκεκριμένη διάταξη, όπως εισάγεται, φαίνεται να μη συνάδει με τα στοιχεία και τις αρχές ενός αντικειμενικού και αξιοκρατικού συστήματος επιλογής προσώπων για καίριες θέσεις.

Η πρότασή του ΠΑΣΟΚ  περιλαμβάνει την πρόβλεψη πρότασης/πρόσκλησης δημόσιου ενδιαφέροντος, προκειμένου να υποβάλλουν υποψηφιότητα όσοι έχουν τα τυπικά προσόντα για την ανάληψη της εν λόγω θέσης (π.χ. πτυχίο Νομικής Σχολής ή/και Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στο Ποινικό Δίκαιο), ταυτόχρονα με τη συγκρότηση ειδικής επιτροπής αξιολόγησης, η οποία θα καταλήγει σε πρόταση με τους τρεις καλύτερους υποψηφίους, από τους οποίους θα επιλέξει τον έναν ο Υπουργός Δικαιοσύνης.

Στα επιμέρους σημεία των άρθρων και των βελτιώσεων, που αυτά χρήζουν, έχει αναφερθεί με κάθε λεπτομέρεια ο Ειδικός Αγορητής μας, και επιμένουμε να τα λάβετε υπόψιν σας.

Πριν κλείσω, θα ήθελα να αναφερθώ στο άρθρο 50 του Ν/Σ και να τονίσω τη σπουδαιότητα του γεγονότος ότι πολύ σωστά το Υπουργείο Δικαιοσύνης νομοθετεί προς επίλυση του θέματος, που είχε δημιουργηθεί με 2 αντιφατικές αποφάσεις του 1ου και του 2ου Τμήματος του Αρείου Πάγου για το διάστημα της καραντίνας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τεράστια ανασφάλεια στους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι θεωρούσαν ότι το διάστημα αυτό δεν αθροίζεται στους χρόνους παραγραφής των καταχρηστικών προθεσμιών άσκησης εφέσεως και αναιρέσεως.

Προκλήθηκε τεράστια αναστάτωση, σχετικά με το ζήτημα της αναστολής ή μη των καταχρηστικών προθεσμιών ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τα διαστήματα της αναστολής των εργασιών των Δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του COVID και σοβαρότατο θέμα απώλειας τέτοιων προθεσμιών σε πληθώρα υποθέσεων που χειρίζονται συνάδελφοι δικηγόροι αλλά και στους Έλληνες Πολίτες. Είναι ευχάριστο ότι υιοθετήθηκε η πρόταση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων. Πολύ σημαντικό επίσης ότι η τροπολογία που εισάγετε, ρυθμίζει το θέμα της νομικής βοήθειας το οποίο αποτελούσε σημαντικό πρόβλημα.

Κλείνω κύριε Πρόεδρε, ευελπιστώντας ότι η ψήφιση του σημερινού νομοσχεδίου, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις και διορθώσεις που έχουμε επισημάνει, θ’ αποτελέσει έναν στάδιο βελτίωσης στη λειτουργία και στην απονομή της δικαιοσύνης, κάτι το οποίο επιζητούμε διαρκώς και αγωνιζόμαστε γι’ αυτό.

Σας ευχαριστώ.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s